Δευτέρα 15 Απριλίου 2019

“ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ” ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


Ο Αυξεντίου.
Σχέδιο Δημήτρη Σκουρτέλη.

“...Ναι, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στη μοναξιά, στη λησμονιά, οπουδήποτε, απόστρατος κι ανεύθυνος, δίχως φθόνο, να χαίρουμαι τα κατορθώματα των άλλων, ένδοξες πράξεις, που δεν έκανα εγώ…”

Οι  τελευταίες ώρες του Γρηγόρη Αυξεντίου, όπως τις οραματίστηκε ο Ρίτσος.
Ο Κύπριος αγωνιστής κάηκε ζωντανός από τους Βρετανούς στρατιώτες μετά από πολύωρη μάχη.

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ:
“ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ”

(Ο Γρηγόρης Αυξεντίου  αποκλεισμένος στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά)




Τέλειωσαν πια τα ψέματα – δικά μας και ξένα Η φωτιά η παντάνασσα πλησιάζει. Δεν μπορείς πια να ξεχωρίσεις αν καίγεται σκοίνος ή φτέρη ή θυμάρι. Η φωτιά πλησιάζει.
Κι  όμως πρέπει να προφτάσω να ξεχωρίσω, να δω, να υπολογίσω, να σκεφτώ – ( για ποιόν; Για μένα; για τους άλλους; ) Πρέπει.
Μου χρειάζεται πριν απ’ το θάνατό μου μια ύστατη γνώση, η γνώση του θανάτου μου, για να μπορέσω να πεθάνω.
Οι  άλλοι τέσσερις έφυγαν. Στο καλό. Τι ησυχία – σα νάναι εδώ να γεννηθεί ένα παιδί  ή να πεθάνει ένας μάρτυρας, και περιμένεις ν’ ακουστεί μια πελώρια κραυγή ( του παιδιού ή του Θεού ), μια κραυγή πιο τρανή απ’ τη σιωπή που θα ρίξει τα τείχη του πριν, του μετά και του τώρα, να μπορέσεις να θυμηθείς, να μαντέψεις, να ζήσεις μαζί, μες σε μια άχρονη στιγμή, τα πάντα. Όμως τίποτα.
Μαρμαρωμένη ησυχία, – μ’ όλο που  ακούγονται οι ντουφεκιές κ’ οι φωνές – πόσο ξένα, δεν ακούγονται, χαράζονται στεγνά σα σύρματα κομμένα ή σα νερά που κρυστάλλωσαν πριν πέσουν και μένουν σ’ έναν ξένο χώρο, σταματημένα κ’ αιχμηρά.
Τι ησυχία, – Μ’ όλο που ακούγεται η έλευση της φωτιάς. Δεν είναι ώρα πια για πίσω. – Πίσω  και πλάι και πάνω, το φράγμα της πέτρας, μπροστά ένας μικρός ή ο ατελείωτος θάνατος, στη μέση ( στη μέση ; ) εγώ. – Τι είναι ένας άνθρωπος κλεισμένος στη φωτιά και στην πέτρα, που η μόνη του διέξοδος : Ένας τμηματικός θάνατος ; Πρέπει να τον γνωρίσω.
Δεν προφταίνω.
Ίσως και να μπορούσα να γλυτώσω. Ίσως μπορούσα ν’ αντέξω την καταφρόνια ή την συγγνώμη ή την λησμονιά των άλλων. Όμως εγώ θα μπορούσα να λησμονήσω το φως που ονειρευτήκαμε μαζί ; κείνο το μέγα καρδιοχτύπι της σημαίας μας ; Θα μπορούσα να βολευτώ στον ίσκιο μιας γωνιάς με σταυρωμένα τα χέρια γύρω στα σταυρωμένα γόνατα σα μνησίκακη, μεμψίμοιρη ή αμέτοχη αράχνη που πλέκει μόνο με το σάλιο της τα δίχτυα της ;
Ίσως  μπορούσε, κ’ έτσι ακόμη, νάταν όμορφα – Μια πεταλούδα παραπλανημένη ίσως θαρχόταν κάποτε να καθίσει στα κάγκελα του παραθύρου παίζοντας αόριστα, όχι για μένα, (μα ίσως και για μένα), τη δίδυμη, λεπτή σημαιούλα της, μια γραμμή φως ίσως περνούσε απ’ τη χαραματιά της πόρτας σαν το μικρό δαχτυλάκι μιας φίλης που τραβάει επιτιμητικά μια γραμμή στη σκόνη του τραπεζιού σου με τα τεφτέρια σου.
Η φωνή ενός παιδιού – δε μπορεί – θ’ ακουγόταν στα χωράφια ένα απόγευμα κ’ η ματιά μιας γυναίκας που ονειρεύεται χαμογελώντας – η ματιά της, χαμένη στο βράδυ, θα σ’ άγγιζε, η ματιά μιας γυναίκας που δε σ’ είδε και την είδες.
Ίσως  και νάταν καλά. Ένας γλόμπος που  θ’ άναβε νωρίς μπροστά στην καγκελόπορτα της φυλακής σου μες στο ρόδινο ανοιξιάτικο δείλι, θάταν ίσως τούτος ο γλόμπος η απαλή καμπύλη ολόκληρης ακρογιαλιάς, θα μαζεύονταν πάνω του τα έντομα σαν τα μικρά καΐκια σ’ ένα λιμανάκι του νησιού μας.
Παντού  μπορείς να ταξιδέψεις κι ασάλευτος.
Μονάχα η τελευταία ακινησία : αταξίδευτη. Δε μπόρεσα να φύγω.
Δε χωρούσα. Ήταν η έξοδος στενή. Μούλειψε και το θάρρος μήπως και δε μπορέσω να πεθάνω. Συχωράτε με.
Ίσως οι τέσσερις συντρόφοι μου νάταν πιο δυνατοί από μένα – δηλαδή πιο ειλικρινείς. Εγώ ήμουν αδύναμος : Ντράπηκα.
Εσείς πηγαίνετε. ( Φύγανε.) Δε σας κρατώ. ( Φύγανε κιόλας. ) Στο καλό.
Η φωτιά πλησιάζει. Συχωράτε με, φίλοι που δεν μπόρεσα να σας ακολουθήσω, που σας άφησα μόνους σε τούτη την έξοδο. Είναι η πρώτη φορά. Δε μπορούσα. Συγχωρέστε με.
Κι  όμως, το νιώθω ακόμη, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στην ερημιά σαν κουρασμένος  πεισματάρης βράχος, ξεχασμένος, ή ν’ αδικιέμαι, ν’ αδικώ, να βλέπω ν’ αδικούνται οι φίλοι μου και να σωπαίνω, ή σα δαρμένος, μαδημένος σκύλος που κοιτάει καχύποπτα τη σκιά ενός σπουργιτιού και τη σκιά του,
Ή (το μελέτησα κι αυτό) ασκητεύοντας, να λειάνω με τις ρώγες των δαχτύλων μου (μαλακωμένες πια απ’ την αχρηστία) να λειάνω μια πέτρα κι ώρες ν’ αποξεχνιέμαι κοιτάζοντας τις ασάλευτες φλέβες της, κι έτσι σκυφτός να κλαίω αμίλητα απ’ την ευτυχία να υπάρχω.
Δε μπόρεσα.
Αν  έβγαινα παραδίνοντας τα κλειδιά μου, μπουσουλώντας  με χέρια και με πόδια (κάθε έξοδος είναι στενή, συντρόφια μου), αν κινούσα να παραδώσω σα σκισμένη σημαία την ψυχή μου – Ποια ψυχή μου ;
Δεν πρόφτασα όλη να τη δοκιμάσω, να τη γνωρίσω ολόκληρη. Μου χρειάζεται τούτη η στιγμή, να μάθω που και τι θα παραδώσω ή δε θα παραδώσω. Ξέρω πως θα μπορούσε νάμαι στη θέση σας, αδέρφια μου που φύγατε, γιατί ξέρω, όπως κι εσείς, τι θα πει πόνος και φόβος,
μα εγώ είχα ένα φόβο πιο μεγάλο απ’ τον πόνο μου κι απ’ το φόβο σας, όχι μονάχα το φόβο του κορμιού μου, μα και τον φόβο της ψυχής μου, που δεν την ξέρω – ο ίσκιος της κάθε κίνησής μου μεγάλωνε απέραντα πάνω σ’ έναν τρομαχτικά κάτασπρο τοίχο, και κάθε σφυγμό μου τον άκουγα να πέφτει μες στο πάντοτε γράφοντας στέρεους κ’ υδάτινους κύκλους ατελείωτους. Έτσι με τούτο το φόβο της ψυχής μου γλύτωσα απ’ το φόβο του κορμιού μου. Ωστόσο ξέρω όλο το φόβο, και μπορείτε να με πιστέψετε, γιατί κανένας μας δεν είναι που να θέλει να πονάμε ή να φοβόμαστε.
Εδώ τουλάχιστο, μπορείτε να με πιστέψετε.
Εδώ δεν είναι δύσκολο ν’ αγαπηθούμε. Όλα είναι τόσο δύσκολα, κ’ ίσως για τούτο και ν’ αξίζουν. Όμως δε θα μπορούσα να περπατήσω με κομμένα τα γόνατα της ψυχής μου. Με του κορμιού μου, τα πόδια και τα χέρια κομμένα, θα το μπορούσα. Συχωράτε με. Γεια σας.

Έφυγαν. Ησυχία. Τι μοναξιά πυκνοκατοικημένη. Τα πάντα πυκνά και διαλυμένα. Το απέραντο δίχως βάρος μάρτυρες. Σε ποιόν να μιλήσω και γιατί ; Αν είχαν τουλάχιστο μείνει. – Δεν πρέπει να βουλιάξω μέσα μου. Ας κρατηθώ  έστω απ’ τη φωνή μου, απ’ τον ήχο του δικού μου ντουφεκιού, να μείνει το κεφάλι μου έξω ή μοναχά το μέτωπό μου και τα μάτια μου. Θέλω να βλέπω.
Θέλω  να φανταστώ τα δέντρα, τα παράθυρα, τα πράγματα, να νιώσω τη σπιτίσια ζεστασιά τους, ν’ αντιμετωπίσω αυτή τη μεγάλη παγωνιά  της φωτιάς που πλησιάζει. Μια καρέκλα ακουμπισμένη στη γωνιά μιας κάμαρας μπορεί και νάναι, λέω, σαν εσωτερικό καμπαναριού, όπου ο ήχος της καμπάνας στρογγυλός κατεβαίνει γεμίζοντας με κυριακάτικη ησυχία το σπίτι. Δε μπορώ να συνεχίσω.
Μοιάζει ανέφικτη η νίκη δίχως  μάρτυρες που να τη διαλαλήσουν.
Θέλω  να φανταστώ το πτώμα  μου τριγυρισμένο από κλαμένους  φίλους και μεσίστιες σημαίες για να μπορέσω να παραιτηθώ απ’ το σώμα μου. Κανείς τριγύρω μου. Μάρτυρας μόνος η φωνή μου – κι αυτή πώς να περάσει τη φωτιά και την πέτρα ;
Πρέπει μονάχος να τα βγάλω πέρα. Τι ησυχία ! – σα μόνιμη. Ρητή. Το παγούρι μου θυμίζει πως κιόλας δε διψώ. Δε θα διψάσω πια. Κι όμως το γυλιό μου εκεί στο καρφί κρέμεται ακόμη με την έκφραση του πρώτου άστρου της βραδιάς πάνω απ’ την παραλία της Λεμεσός την ώρα που τα γκαρσόνια καταβρέχουν με λαστιχένιους σωλήνες το πεζοδρόμιο ύστερα από την τρομερή ζέστη μιας μέρας του Ιούλη, την ώρα που βγάζουν τα πρώτα τραπεζάκια στην προκυμαία για τους βραδινούς πελάτες, την ώρα που κι ο πιο μικρός θόρυβος του πιο μικρού ψαριού, εκεί δίπλα, στα ρηχά, φωνάζει :  “αύριο, αύριο, αύριο”.
Ναι, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στη μοναξιά, στη λησμονιά, οπουδήποτε, απόστρατος κι ανεύθυνος, δίχως φθόνο, να χαίρουμαι τα κατορθώματα των άλλων, ένδοξες πράξεις, που δεν έκανα εγώ – να κοιτάω τη διαδρομή ενός αργοπορημένου μερμηγκιού που κουβαλάει μες στο ολοπόρφυρο λιόγερμα ένα σπυρί καλαμπόκι πιο μεγάλο απ’ το μπόι του και να νιώθω όλης της γης το κάλεσμα και του καλοκαιριού τη ζέστα με τα πόδια αυτού του μερμηγκιού, κι όλου του κόσμου η ευγνωμοσύνη αμίλητη να στέκει μες στα μάτια μου καθώς θ’ ακούω αιώνια κείνο το ψαράκι να φωνάζει :
“αύριο, αύριο”. Ποιο αύριο σήμερα ;
Τρομερή παγωνιά τούτη η ζέστη. Δεν προφταίνω. Ο αέρας χάνεται. Και πρέπει να εξαντλήσω την προθεσμία μου. Ν’ αφήσω και κάποια διαθήκη. Τι χρειάζεται ;
Θα την κάψει κι αυτήν η φωτιά. Δε θα την κάψει.
Τι δύσκολα, λοιπόν που τελειώνει η ζωή. Και πρέπει να προλάβω να ζήσω αυτή την τελευταία μου δυσκολία, να την κερδίσω, κ’ ίσως να τη δώσω σα μια χαρά στους άλλους. Πως ; Με τι ; ” Μα πρέπει “.
Τι  πρέπει ; Ποιος μιλάει ; Τι λέει ; Γιατί ; ” Μα πρέπει “.
Εδώ ούτε καθήκοντα, ούτε ανάγκες πια. Ποιος προστάζει; Τι ζητούν από μένα ; και ποιοι ; Κ’ οι φτωχοί, κ’ οι αδικημένοι, κ’ η πατρίδα, κι ο κόσμος, κι ο εαυτός μου ; Καθήκοντα κι ανάγκες. Ναι. Καθήκοντα κι ανάγκες.
Ένα κόκκινο φως μέσα κ’ έξω. Το αίμα κι ο αγέρας.
Υπάρχουν. Υπάρχω. Να υπάρξουμε.
Θα υπάρξουμε. Ένα κόκκινο φως η στιγμή μου. Και πρέπει να δέσω τις σκέψεις με τα πράγματα – να υπάρξουν χεροπιαστά. Και δεν έχω καιρό. Και τα πράγματα φύγαν. Δεν τα βλέπω.
Οι άπιαστες σκέψεις απομένουν μόνο και πρέπει αυτές, τουλάχιστο, να τις κρατήσω – νάβρω κάποιο τρόπο να τις δώσω.-
Και τούτο δω το σαλιγκάρι  που ανηφοράει ανέμελο στην πέτρα, αυτό και το εκκλησάκι  του μαζί, – που πάει ; Δεν προσέχει. Να του μιλήσω ; να του εμπιστευτώ ; Είναι κουφό. Σα να μην έχει πάρει  δανεικά από κανέναν, – τραβάει αυτό και το εκκλησάκι του μαζί. – Πρέπει λοιπόν να προφτάσω ολομόναχος, – τι να προφτάσω ;
Δεν είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να σκεφτείς η στιγμή του θανάτου, κ’ είναι η μόνη που την έχεις ακέρια, γιατί είναι το τέλος, και δω δε χωράνε διαψεύσεις κι απάτες – ποιος ο λόγος άλλωστε ;

Είμαι 29 μόλις χρονώ και το μόνο που ξέρω είναι πως θέλω να ζήσω. Δεν πρόφτασα ακόμη να σκεφτώ, μια και δεν πρόφτασα να ζήσω. Μες στη μάχη τι να σκεφτείς ;
Δεν πρόφτασα. Μου χρειάζεται, τουλάχιστο, τούτη η ολόκληρη στιγμή μου για να ζήσω ολόκληρος. Θυμάμαι-. Ήταν  άνοιξη τότες. Καθόμασταν άκρη – άκρη στο λιμάνι της Αμμόχωστος,
Και ξέρω τώρα-δεν τόξερα – τότες – ήταν όμορφη η ζωή, ( κ’ είναι, κ’ ίσως πιο όμορφη πάντα – όλο πιο όμορφη γίνεται – τη φτιάχνουμε )
ήταν όμορφα τα στάχυα, τα κίτρα, τ’ αμπέλια, τα σπίτια, οι γυναίκες, τα καΐκια – όμορφα πούπαιζαν οι ανταύγειες του νερού στα πλευρά των καραβιών – όμορφες κ’ οι σκιές των καραβιών μες στο νερό. Σκιές γλάρων περνούσαν πάνω απ’ την προκυμαία, πάνω απ’ τα στρογγυλά τραπεζάκια του υπαίθριου καφενείου με τα φλιτζάνια του καφέ, κ’ έτσι όπως κουβεντιάζαμε, τρεις παλιόφιλοι, δίχως ν’ ανασηκώνουμε καθόλου το κεφάλι νιώθαμε πως οι γλάροι ήταν απάνω μας και πίναμε μαζί με τον καφέ κάτι απ’ τη φευγαλέα σκιά των γλάρων, μια γέψη απλοχωριάς, φιλίας κ’ ελευθερίας.
Ε, ναι, είναι όμορφη η ζωή, κ’ εγώ ήμουν  όμορφος,
( γιατί ήμουν ; Είμαι. )
Κι όλα μπορούμε να τα φτιάξουμε όμορφα χέρι με χέρι.
Συχνά τα καλοκαίρια μες στην κάψα του μεσημεριού – και στο χιόνι – ένιωσα να στεριώνει η ζωή μ’ εμπιστοσύνη τη σημαία της μες στα σκέλια μου,
Κι όταν ακόμα με κύκλωνε ο φόβος μ’ όλους τους κυκλώπειους ίσκιους του
Κι όταν μου τράνταζε τα φυλλοκάρδια η σημαία της πατρίδας που κρατούσα στα χέρια
Καθώς την πλαταγίζαν οι νευρώδεις άνεμοι, κείνη η άλλη σημαία δεν ξεχνιόταν. Ήταν όμορφα. Τώρα δε χωράει κάτι τέτοιο. Διάλεξα τη φωτιά.
Η απόφασή μου πάρθηκε. Είμαι έτοιμος.
Λέτε  νάναι πιο φαρδιά η πύλη του θανάτου ; Εδώ τελειώνω. Δεν  ξέρω πάρα κάτω.
Τ’ άλλα φτιάχτε τα, πείτε τα, εσείς. Κέρδισα ακόμη μια στιγμή μεγάλη σαν ολόκληρο τον πόνο. Δεν ήξερα πως μια στιγμή μπορούσε νάχει τόση διάρκεια.
Δεν είχα φανταστεί πως ο πόνος μπορούσε να σκέφτεται. Κι όλα έχουνε το βαθύ νόημά τους και προσμένουν να το βρούμε. Κι ο κόσμος θα φτώχαινε
αν έλειπε ένα χαλικάκι, ένα τζιτζίκι, ή κ’ η φωνή του γαλατά μες στο χάραμα. Τόμαθα.
Μήπως αυτό είναι τάχα κείνο που λένε ηρωισμός ;
Και που ωστόσο δεν τόξερε εκείνος που τον έλεγαν ήρωα; Και μήπως τάχα η σκέψη νικάει τη σιωπή, τη φωτιά και το χρόνο κι αυτό το λέμε μοίρα ;
Δεν τόξερα. Τόμαθα. Γεια σας.

Αυτή την πιο όμορφη στιγμή μου σας την αφήνω, αδέρφια. Αυτό είναι το ντουφέκι μου – ολοκαίνουργιο τ’ όπλο του ανθρώπου. Και τούτο το ντουφέκι, που μου καίει τα χέρια, το αγαπάω, αυτό το ντουφέκι το δροσίζω με �– Δεν είναι κακό να με δείτε να κλαίω – είμαι πολύ συγκινημένος απ’ όλα κι απ’ τον εαυτό μου και πιο συγκινημένος απ’ την ανακάλυψη αυτής της συγκίνησης.
Αν  με γνωρίζατε αυτή τη στιγμή θ’ άξιζε  και να με αγαπήσετε, όπως κ’ εγώ σας αγαπάω χωρίς ταπεινοσύνη ή περηφάνεια. Μα ποιος θα σας μεταδώσει τούτη τη στιγμή ; Δεν τη χωράνε τα λόγια, τα χέρια, τα μάτια, ούτε η πράξη, ούτε η σκέψη – είναι μεγάλη σαν εκείνο που λέμε πατρίδα μεγάλη σαν αυτό που λέμε γη μεγάλη σαν όλο τον κόσμο.(Τι αλλιώτικη που είναι η φωνή μου.) Σαν όταν δουλεύεις, με δικιά σου θέληση, στο χωραφάκι του φτωχού και δίψασες το μεσημέρι
Και παρατάς την τσάπα σου γερτή όλο εμπιστοσύνη στον κορμό της μονάκριβης συκιάς
Και σκύβεις στο ρυάκι να πιεις κι αντικρίζεις στο γάργαρο ρυάκι το πρόσωπό σου ωραίο, ξαναμμένο απ’ τη δουλειά, τον αγέρα, τη νιότη, τον ήλιο,
Κι αποθαμάζεις στο νερό τα αστραποβόλα μάτια σου,
και τούτο δε σε σταματάει
μα πίνεις το νερό μαζί με τον εαυτό σου. Ξεδιψάς κι αναγέρνεις κατόπι το κεφάλι στον ουρανό σάμπως να ψάχνεις κάποιον νάβρεις στα ψηλά για να του πεις ευχαριστώ κ’ είναι ο ουρανός κ’ η γη μέσα σου
κι όξω απέραντα κι ολόφωτα κ’ είναι όλος ο κόσμος
δικός σου και μπορείς να τον δώσεις.
Αυτή  η στιγμή είναι  ανεπανάληπτη, γιατί είναι η αιωνιότητα, κ’ η αιωνιότητα υπάρχει και τη δημιουργούμε – δεν επαναλαμβάνεται σαν κάτι που έρχεται και φεύγει και ξανάρχεται. Λοιπόν μην κλαίτε.
Όμως εμένα αφήστε με να κλάψω, γιατί σε λίγο, το μαντεύω, δε θα μπορώ πια να κλάψω μες στην αναγνώριση της ευτυχίας πως μπορώ να πεθάνω.
Συχωρέστε με.
Κι  αλήθεια, ξέχασα να σας  πω το κυριότερo
-που μόλις τώρα τόμαθα-
δεν είναι τόσο δύσκολος ο θάνατος. Το αντίθετο μάλιστα.
Και σας βεβαιώνω τώρα με το αίμα μου :
ποτέ δεν ήταν τόσο ευτυχισμένος ο Χριστός
όσο την ώρα που το τελευταίο καρφί τον άφησε ακίνητο,
χωρίς να τον σκοτώσει,
για να κοιτάξει κατάματα τον ουρανό και τη θυσία του,
ποτέ ο Προμηθέας δεν αντίκρισε τόσο γαλήνια κι ολόφωτα τον κόσμο όσο την ώρα που
το ράμφος του όρνεου βρήκε τα μάτια του ξέροντας,
τότε μόνο, πως είχε αξιωθεί να δώσει το φως και τη φωτιά στον άνθρωπο,
κι ακόμα, ναι, ποτέ τόσο όμορφος δεν ήταν ο μικρός
Γρηγόρης Αυξεντίου 29 χρονώ.

Λέω τον αριθμό των χρόνων μου και κλαίω ξέροντας
πως θα τον προσθέσετε στη δόξα του έθνους μας
(ας μου συχωρεθεί κι αυτή μου η τελευταία αδυναμία).
Ακούω αυτόν τον αριθμό στα χείλη σας
και θάθελα να τον φιλήσω πάνω στα χείλη σας.
Ήμουν ίσως μικρός για τη δόξα – ίσως μικρός για  μια τέτοια ευτυχία. Μια πράξη σωστή είναι το πήδημα του  ανθρώπου έξω απ’ τη μοναξιά.
Είναι το σφίξιμο χιλιάδων χεριών κι ο όρκος όλων.
Είμαι έτοιμος.
Δε  δέχομαι, όχι, τη θυσία  για το θάνατο. Τη δέχομαι
Μονάχα για τη ζωή – για μια ζωή που πια δε θα
Απαιτεί καμιά θυσία. Είμαι έτοιμος.

Ποτέ δε θα μπορούσα να πιστέψω πως η στενότητα
μιας σπηλιάς μπορούσε να έχει τόση ευρυχωρία, μπορούσε να χωρέσει την πατρίδα με τις ελιές της,
τ’ ακρογιάλια της, τα βάσανά της, με τα καΐκια της
μ’ ολάνοιχτα πανιά στον αντρίκιον αγέρα της,
τον κόσμο με τα φλάμπουρά του, τα όνειρά του, τις καμπάνες του, και τα μικρά αγριόχορτα. Ανασαίνω,
μέσα σ’ αυτό το πέτρινο τούνελ που η έξοδός του
είναι το ίδιο το στόμιο του ήλιου. Το ξέρω :
από δω, κατευθείαν, θα περάσω νεκρός μες στον κόσμο.
Μην κλαίτε. Και ξέρω τώρα, όσο ποτέ,
Πως είναι δυνατή η ελευθερία. Γεια σας.
Τούτη την ώρα δεν τρομάζω τα μικρά ή μεγάλα λόγια –
Μπορώ να σκουπίσω τα μάτια μου στη σημαία μας
Μια και το ξέρω : στην απόλυτη στιγμή μου
μες απ’ το στόμιο του θανάτου οι συναγωνιστές μου
θα παραλάβουν απ’ τα χέρια μου φλεγόμενη
τη σημαία του ανένδοτου αγώνα, φλεγόμενη σαν πύρινο άλογο ικανό να διασχίσει το άπειρο και το θάνατο σαν άσβηστη δάδα μέσα σ’ όλες τις νύχτες των σκλάβων,
φλεγόμενη η σημαία μας σα μέγα αστραφτερό δισκοπότηρο για την Άγια Μετάληψη του Κόσμου.
Μπορώ να επαναλάβω :
” Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και το αίμα μου – το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίου
ενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ’ το χωριό Λύση,
οδηγού ταξί το επάγγελμα,
πούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα όσα να φτιάχνουν τη λέξη
” Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α “
και που σήμερα, 2 του Μάρτη 1957, κάηκε ζωντανός στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά και σήμερα ακριβώς, 2 του Μάρτη, μέρα Σάββατο – μην το ξεχάστε, σύντροφοι –
Στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, και 3 πρώτα λεπτά,
γεννήθηκε ο μικρός Γρηγόρης ανάμεσα στα
ματωμένα γόνατα της πλάσης.

Δέκα ώρες είναι πάρα πολλές για όλα όταν έχεις ένα ντουφέκι, κάμποσες σφαίρες και το δίκιο με το μέρος σου
Όταν έχεις δικά σου 29 χρόνια και μπορείς
να τα διαθέσεις μόνος σου
όταν έχεις το θάνατο σου δικό σου. Γεια σας.
Όλο σας αποχαιρετώ κι ακόμα μένω. Ναι, η πιο μεγάλη πράξη της ζωής μας είναι η απόφαση του θανάτου μας,
Όταν υπάρχει κάποια διέξοδος όταν μπορείς και να τον αποφύγεις, και συ τον διαλέγεις σαν τιμή και σα χρέος για τους άλλους,  πιο πέρα απ’ τις ανάγκες σου.
Όποιος μπορεί να νικήσει μια στιγμή τη ζωή του Νικάει και το θάνατο. Τόμαθα.
( Αλλιώτικα που  ακούγεται η φωνή μου σήμερα. Μην  είναι αυτή που μου ζητάτε ; αυτή που θάθελα ν’  ακούσετε ; Μην είναι μονάχα αυτή η σωστή φωνή μου  ;
ή η φωνή σας ; η φωνή όλων μας ; )
Τα  πάντα είναι ανύπαρχτα  πριν τα σκεφτείς και πριν τα πράξεις. Όχι  μονάχα να τα σκεφτείς, ή μονάχα να τα πράξεις, μα να τα πράξεις  και να τα σκεφτείς μαζί.
Και σεις, αδέρφια μου, πολύ με βοηθήσατε.
( Κανένας δεν υπάρχει μόνος χωρίς τη βοήθεια του άλλου. )
Εσύ που θα κλάψεις  για το θάνατό μου με βοήθησες να πεθάνω με το κεφάλι ψηλά εσύ  που θα πάρεις το ντουφέκι μου να εκδικηθείς το θάνατό μου
Με βοήθησες να πεθάνω ευτυχισμένος για σένα και για μένα. Με βοήθησαν κι αυτοί που πέσανε πριν από μένα.
Όπως και γω θα σας βοηθήσω.
Τούτη η ώρα δεν είναι  για καυχησιές και ηρωισμούς,
όταν βρίσκεσαι κατάφατσα με το θάνατο,
και σας το λέω απλά, σα να στρίβω το τιμόνι του αμαξιού μου μιαν ανοιξιάτικη μέρα για ν’ αποφύγω μια σύγκρουση μ΄ ένα κάρο που το οδηγάει ένας ατζαμής χωριάτης ή για να μη χτυπήσω ένα παιδί που παίζει ανύποπτο στη λιακάδα ή ακόμα, ναι,
( και τούτη η τρυφερότητα δεν είναι αταίριαστη
σ’ έναν άντρα που πρόκειται να πεθάνει )
για να μη λιώσω ένα αγριολούλουδο που πήγε το μπαστάρδικο και φύτρωσε καταμεσίς στη δημοσιά
αθώο-αθώο και γαλανό σαν το μισόκλειστο ματάκι της πλάσης – ναι, τόσο απλά μπορώ να σας το πω, σα να στρίβω το τιμόνι του αμαξιού μου :
” Τ’ αληθινό μπόι του ανθρώπου μετριέται πάντα με το μέτρο της λευτεριάς “. Τίποτ’ άλλο. Γεια σας.
Αν  λυπάμαι για κάτι είναι που πια δε θα μπορέσω να κάνω τίποτα για σας ( όχι σα φήμη ή σαν ιδέα ή σα θρύλος, μα με τούτα τα ίδια μου τα χέρια ),
Έτσι να πούμε, να, να ρίξω και γω μια ντουφεκιά στον αέρα στη γιορτή της απελευθέρωσης
ή να φορτώσω σ’ ένα μεγάλο φορτηγό εκατό τσουβάλια ψωμί, διακόσια τσουβάλια πατάτες,
να σηκώσω κείνης της γριούλας τη ζαλιά τα ξύλα μες στο δάσος να σηκώσω το άλογο του γέρου αγωγιάτη πούπεσε μες στη λάσπη κάποιο βροχερό πρωινό
να δώσω μια κλωτσιά και γω στη μπάλα που παίζουν τα πατριωτάκια το δείλι στο γήπεδο ή να δώσω μια σβερκιά στο φίλο ένα βραδάκι που θα λέει ένα άνοστο αστείο
ή να μοιράσω, μια μέρα που η δουλειά πήγε καλά, μια χαρτοσακούλα καραμέλες στα πιτσιρίκια της γειτονιάς μου ή ν’ ακουμπήσω αυτά τα δυνατά μου χέρια, που σήμερα τα αγάπησα, σ’ ένα τραπεζάκι της Αμμόχωστος και, δίχως να κοιτάω τα εργατικά μου χέρια, να τα νιώθω πως ξεκουράζονται πάνω στα πέτρινα γόνατα
του φιλικού μας κόσμου.

Σήμερα νιώθω μια τρυφερότητα για τον εαυτό μου ξέροντας πως θα μ’ αγαπήσετε
Σήμερα αγαπάω κ’ εχτιμάω τον εαυτό μου
σήμερα χαμογελάω στον εαυτό μου κοιτάζοντας τον με τ’ αδερφικά σας μάτια.
Μια στιγμή άφησα τ’ όπλο μου να κρυώσει  μια στάλα στην πέτρα, άνοιξα το γυλιό μου κ’ έβγαλα το καθρεφτάκι της τσέπης, – ναι, είμαι όμορφος, – όταν μ’ αγαπάτε – τι θα μπορούσα να κάνω για σας, – όταν μ’ αγαπάτε -τι θα μπορούσα , μόνο τώρα το καταλαβαίνω- ( κ’ ίσως είναι αργά, μόνο με το θάνατό μου έχω να σας χαρίσω πια. ) λ.χ. θα μπορούσα να τινάξω ένα τανκ με μια γροθιά, να πελεκήσω ένα άγαλμα σ’ ‘ένα βουνό, μονομερίς – όταν μ’ αγαπάτε – ή να χτίσω σε μια ώρα ένα πανύψηλο σκολειό. Δεν αστειεύουμαι. Δεν είναι ώρα, αδέρφια μου, για αστεία. Θάθελα νάμαι ωραίος μέσα κι όξω για ν’ αξίζω την αγάπη σας, ναι, ( κι ας το πω κι αυτό : ) για να με σκέφτουνται σαν άντρα τους όλα τα ωραία κορίτσια, για να με σκέφτουνται σα φίλο τους όλοι οι ελληνικοί μας έφηβοι και τα παιδιά του κόσμου.
Δεν προφταίνω.
Να  πρόφταινα, τουλάχιστο, να ξυριστώ, να ψαλιδίσω λιγάκι το μουστάκι μου. Μα ίσως και να πηγαίνει λίγο γένι στη νεανική μορφή μου. ( Βλέπετε πόσο παιδί με κάνει η αγάπη σας ; Μου ξαναδίνει τη δικιά μου φωνή. )
Για σκέψου, αδερφέ μου, μεθαύριο να διαλέγουν πάνω στα χνάρια μας τα κορίτσια τον άντρα τους τα παιδιά τους φίλους τους οι άντρες τις πράξεις τους, να ξέρεις πως και συ πορεύεσαι μαζί τους στ’ αψηλά, σ’ ένα ψηλό – ψηλό βουνό, όλο κορδέλες άσφαλτο, για ν’ αγναντέψεις ακέρια την πλάση,
τις πολιτείες γιομάτες καμινάδες κι αστεροσκοπεία και παράθυρα, τους κάμπους και τα δάσα, τα λιμάνια γιομάτα κατάρτια, τα ειρηνικά αεροπλάνα, τους λεβέντες αϊτούς και τους παιδιάστικους χαρταιτούς με κείνες τις αστείες πολύχρωμες ουρές τους – σ’ ένα ψηλό- ψηλό βουνό, με μια αυτοκινητάρα τελευταία μάρκα που ίσως θάχει τ’ όνομά μας -. Και μόλις τώρα το σκέφτηκα, πως τάχατες η  ζωή δεν πάει μπροστά με σκοτεινές εξομολόγησες και μικρές ειλικρίνειες ( η εξομολόγηση – τόχω ακουστά, και τώρα το θυμήθηκα – σώζει, λέει, εκείνον που ξομολογιέται. Μα τον άλλον ; Κι ο άλλος τι σου χρωστάει να σηκώνει στη ράχη του σαν τσουβάλια άχρηστες πέτρες τα λόγια σου δίχως καν να μπορεί να τις χτίσει ; ) Το λοιπόν , η ζωή τραβάει μπροστά με πράξεις και θυσίες – μ’ αυτό που λένε ” γενική ηθική ” κι ούτε που ξέρω πως τα λένε αυτά, κι ωστόσο τάπα.
Εγώ το μόνο πούμαθα είναι : σα χουφτώνεις τη γωνιά του τραπεζιού είναι η γωνιά του τραπεζιού μ’ όλη της τη στερεότητα κι όταν χουφτώνεις ένα στήθος ξέρεις πώς και τα πιο στέρεα χέρια τρέμουν και τότες θέλεις να σπείρεις χιλιάδες παιδιά για να χαρούν τον κόσμο μας που εσύ δεν πρόφτασες να τον χαρείς κ’ ίσως, δε λέω, ίσως και να το ξέρεις – κάπου αλλού, βαθιά σου να το νιώθεις – πώς τούτο το στήθος “γλυκοβύζαστο ετοιμάζει γάλα ανδρείας και λευτεριάς”. Και, βέβαια, που πρέπει να το ξέρεις. Γεια σας.
Άντε, γριά μάνα, μην αρχίσεις τώρα τις κλάψες. -Όχι;- Έτσι σε θέλω. Ρωμιά. Σου παίρνω λες τη ζωή σου ; Σου αφήνω την περφάνεια σου. Δε θα σεϊδεί ο εχτρός καμπουριασμένη. Το ξέρω. Θα πεις: “Είμαι πέρφανη για το γιο μου, – κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου”. Έτσι. Γεια σου, μάνα.
Ο πατέρας θα με γνωρίσει στο νεκροτομείο απ’ τις χοντρές ελληνικές κοκάλες μου, όμοιες με τις δικές του, κι απ’ το σταυρό της πατρίδας πούχα φυλαχτάρι μες στις τρίχες του κόρφου μου. Μιλάω για μένα σα νάμαι ερωτευμένος με τα μένα, σα νάναι η Ρωμιοσύνη ερωτευμένη με τα μένα. Συχωράτε με.
Εσείς μου το δώσατε τούτο το δικαίωμα. Ευχαριστώ.
Εσείς, κ’ η αγάπη μας, κι ο θάνατός μου. Το ξέρω, ως και κείνος που πήρε τα 5.000 αργύρια θα πιει κάποιο βραδάκι ένα ποτήρι στην υγειά μου σε μια ταβέρνα της Πάφος και θ’ απογείρει να κλάψει μέσα στο ποτήρι του,
Γιατί ήμουνα φίλος καλός κ’ ίσως να γίνει φίλος μας κι αυτός μια μέρα.
Τώρα  λοιπόν, βαθιά και  σίγουρα, μπορώ να σας το πω, σα να οδηγάω, και πάλι, το αμαξάκι  μου σ’ ένα ασφαλτοστρωμένο δρόμο της Κύπρου ίσα και παστρικά, ένα ολογάλανο  κ’ ήμερο πρωινό, – μπορώ να το πω :
” Η αρετή μας είναι η αμοιβαία μας χρησιμότητα “.
Εν τάξει αδέρφια. Εδώ δεν είναι ακατόρθωτη η αδερφοσύνη για μας και για όλους. Εδώ οι διαφορές βουλιάζουνε σ’ ένα χαμόγελο, – κ’ είναι έτσι όπως ακούς, κείνες τις νύχτες του καλοκαιριού, – γαλάζιες, αργυρές και ρόδινες – σ’ ένα μονάχα φέγγος ευτυχίας όλα τα ξέχωρα σπιτίσια μουρμουρίσματα και των μικρών και των μεγάλων άστρων και τρέμει η ρίζα της καρδιάς και τρέμει ο κόσμος τόσο που θέλεις να σκουντήσεις τον αγκώνα κάποιου φίλου για ν’ ακούσεις μαζί του, ή τον αγκώνα έστω μιας πέτρας για ν’ ακούσει και κείνη, να μοιράσεις τη χαρά σου.
Με  τούτη την αγάπη, λέω, που μια μέρα, οι ξύλινοι σταυροί  θα μπουμπουκιάσουν τριαντάφυλλα – ναι, κι ο δικός μου ο σταυρός, ο καμένος, ο πέτρινος, με τούτη, λέω, την αγάπη μια μέρα θα λυγίσουμε κείνους που φέρνουν τ’ άδικο και σπέρνουνε το μίσος.
Τούτη είναι η εντολή μου – μ’ όλο που αυτή την ώρα δεν το ξέρω το μίσος
σα να μην τόμαθα ποτές ή να το ξέχασα. Γεια σας.
Όλο ετοιμάζουμαι να φύγω. Όλο σας αποχαιρετώ, κι ακόμα στέκω σαν κάτι νάχω να προστέσω ακόμα στον κόσμο. Σα νάχω να προσφέρω λίγη ακόμα ευτυχία σε σας απ’ το μεδούλι μου.
Θυμάμαι – καλοκαιριάτικο  σούρουπο ήταν – σταμάτησα τ’ αμάξι μπροστά σε μια καλύβα. Διψούσα. Μια μαυροφορεμένη γριά με φίλεψε με το κανάτι δροσερό νερό. ” Φχαριστώ γιαγιά “, της είπα. ” Καλή λευτεριά, γιε μου “, αποκρίθηκε.” Καλή λευτεριά, γιαγιά ” της ξανάπα – κ’ ένιωσα πως της την χρωστάω.
Μούβγαλε  το κασκέτο και  μου σφούγγισε με το χέρι της το κούτελό μου ( Ξέρετε, κ’ οι γριές μπορούνε να χαμογελάνε. ) Τη λευτεριά το λοιπόν ο καθένας μας τήνε χρωστάει σ’ όλους. Μια λευτεριά μονάχα για τον ένα δε φελάει σε τίποτα ( αν υπάρχει ). Τίποτα δεν είναι μήτε για τον ίδιον. ” Άντε γεια σου γιαγιά. Καλή λευτεριά, το λοιπόν ” – κι’ έτριψα λίγο τα μάτια μου – έπεφτε κιόλας γαλανό το θάμπος της βραδιάς, δεν καλόβλεπα.
Κι  όπως τράβηξα πάλι με χαμηλωμένα τα δυο  φώτα μου ( γιατί έφεγγε ακόμα ) ένιωθα ν’ ανεβαίνω με τα’ αμάξι μου, μαζί και ο μέγας κάμπος της Μεσαορίας βαθύς και σιωπηλός, αχνισμένος απ’ το αργό φεγγαρόφωτο, ένιωθα ν’ ανεβαίνω ίσα στον ουρανό κ’ ένιωθα το φεγγάρι που με χτύπησε κατάστηθα ολόδροσο, σάμπως χρυσό κωνσταντινάτο το φεγγάρι κρεμασμένο μ’ ένα σπάγκο απ’ το λαιμό μου, να με δροσίζει τη καρδιά και λίγο – λίγο να ζεσταίνεται και ν’ αχνίζει στον κόρφο μου. Κι έλεγα : δε φτάνει το τραπέζι, μήτε κάμποσος παράς στην τσέπη, μήτε το ψωμί και το φιλί – ο άνθρωπος είναι πιο τρανός απ’ την καθημερνή την έγνοια του.
Κ’ έλεγα πάλι που ο άνθρωπος αρχίζει την έγνοια του για το ψωμί κι όλο τραβάει πιο πέρα απ’ τη σκλαβιά του από σκλαβιά σε σκλαβιά, από ξεσκλάβωμα σε ξεσκλάβωμα, απ’ το ξεσκλάβωμα της πατρίδας στο ξεσκλάβωμα του κόσμου ώσπου να νιώσει, μπαίνοντας ίσα στον ουρανό, ν’ αχνίζει το φεγγάρι στον κόρφο του, ώσπου να κλάψει μια νύχτα από αγάπη για όλο τον κόσμο. Έτσι άφησα σ’ ένα χαντάκι τ’ αμάξι μου.
Πήρα τ’ όπλο. Κι ανέβηκα στο βουνό. Έτσι βρέθηκα σε τούτη τη σπηλιά που το στόμιό της βλέπει ολόισα τον ήλιο. Το στρογγυλό της στόμιο είναι ο ίδιος ο ήλιος που θα τον νιώσω πάλι δροσερό, καθώς θα με περνάνε, ( όπως κείνη τη νύχτα το φεγγάρι ) – θα τον νιώσω δροσερό κωνσταντινάτο να μου δροσίζει το καμένο στήθος, κ’ έτσι λίγο – λίγο να ζεσταίνεται ο ήλιος και ν’ αχνίζει στον κόρφο μας.
Γεια σας.
(Όλες οι καμπάνες της Γης σήμαναν μεμιάς. Όλα τα ανθρώπινα μέτωπα ψηλά. Όλες οι καρδιές μεσίστιες. Στο χωριό Λύση, ανάμεσα Λευκωσία κι Αμμόχωστος, η μάνα του έσφιξε το μαύρο της τσεμπέρι κάτου απ’ το δυνατό σαγόνι της κ’ είπε ακριβώς τα λόγια που περίμενε ο γιος της : ” Είμαι πέρφανη. Κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη, παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου “. Ο πατέρας του πάλι, σαν πήγε στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Λευκωσίας, αναγνώρισε το καμένο παιδί του απ΄ τις χοντρές ελληνικές κοκάλες του κι από κείνο το χρυσό κωνσταντινάτο που άχνιζε στον κόρφο του και στον κόρφο του κόσμου.)

Α Θ Η Ν Α .  5 ΕΩΣ 2 5 Μ Α Ρ Τ Ι Ο Υ 1 9 5 7
Γ Ι Α Ν Ν Η Σ  Ρ Ι Τ Σ Ο Σ

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ:

Στις 5 Μαρτίου 1957, μέρα Τρίτη, όλες οι πρωινές αθηναϊκές  εφημερίδες έγραψαν :

ΛΕΥΚΩΣΙΑ, 4. ( Ιδ. Υπ. ) – Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, φερόμενος  ως υπαρχηγός της ΕΟΚΑ και υπασπιστής του αρχηγού της Διγενή, εφονεύθη προχθές, αφού επολέμησε ηρωικώς επί δέκα ολόκληρες ώρες, μόνος αυτός εναντίον ισχυρών βρετανικών δυνάμεων , στην περιοχή του όρους Τρόοδος σε μια σπηλιά πλησίον της Μονής Μαχαιρά. Η μάχη διεξήχθη υπό τις ακόλουθες συνθήκες.
Οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν την πληροφορία ότι στη Μονή Μαχαιρά εκρύπτετο ο καταζητούμενος αυτός πατριώτης , ο οποίος είχε επικηρυχθεί αντί 5.000 λιρών στερλινών. Τις απογευματινές ώρες του Σαββάτου απόσπασμα του βρετανικού στρατού από 60 άνδρες εκινήθη προς την Μονή, την οποία και εκύκλωσε για να συλλάβει τον καταδιωκόμενο αγωνιστή. Οι Βρετανοί στρατιώται ανεστάτωσαν κυριολεκτικώς την Μονή και έθεσαν υπό κράτησιν όλους τους μοναχούς, περιλαμβανομένου και του Ηγουμένου, τους οποίους και εκακοποίησαν για να τους αποσπάσουν πληροφορίες περί του ακριβούς σημείου όπου εκρύπτετο ο Αυξεντίου.
Κανείς όμως μοναχός δεν είπε τίποτα. Κατά την διάρκεια της ερεύνης στην περιοχή γύρω από το μοναστήρι, οι Βρετανοί στρατιώται ανεκάλυψαν μια σπηλιά κρυμμένη μέσα σε θάμνους.
Λέγεται ότι κάποιος βοσκός τους έδωσε την πληροφορία ότι μέσα στην σπηλιά ήταν κρυμμένος ο Αυξεντίου. Αμέσως οι βρετανικές δυνάμεις εκύκλωσαν την σπηλιά και εκάλεσαν τον Αυξεντίου να παραδοθεί.
Ο επί κεφαλής του βρετανικού αποσπάσματος ανθυπολοχαγός Μίντλεντον πλησίασε την είσοδο της σπηλιάς και εφώναξε : ” Ρίξε τα όπλα σου και παραδώσου, αλλιώς θα επιτεθούμε “. Κάποιος απήντησε : ” Καλά παραδιδόμαστε “. Τέσσερες άνδρες βγήκαν έξω, δυο από αυτούς επικηρυγμένοι με 5.000 λίρες, όπως και ο Αυξεντίου. Ο Αυξεντίου δεν ήταν μεταξύ αυτών. Ο ανθυπολοχαγός Μίντλεντον τον εκάλεσε και πάλιν να παραδοθεί, αλλά έλαβε την υπερήφανη απάντησιν ” Μολών λαβέ “.
Αμέσως, τέσερες άνδρες όρμησαν μέσα στην σπηλιά. Ο ηρωικός μαχητής της κυπριακής ελευθερίας τους υπεδέχθη με καταιγισμόν πυρός. Oι τρεις από τους τέσερες Βρετανούς, οι οποίοι είχαν ελπίσει ότι θα εισέπραττον την επικήρυξιν του Αυξεντίου βγήκαν αμέσως έντρομοι, ενώ ο τέταρτος, τραυματισμένος στο στήθος κατέπεσε στο έδαφος, για να υποκύψει λίγες ώρες αργότερα στα τραύματά του. Ο επί κεφαλής των βρετανικών δυνάμεων ανθυπολοχαγός Μίντλεντον εζήτησε αμέσως ενισχύσεις, οι οποίες και κατέφθασαν με τα ελικόπτερα. Η μάχη συνεχίσθη έτσι επί 10 ολόκληρες ώρες, κατά την διάρκειά της δε οι Βρετανοί εχρησιμοποίησαν μεταξύ των άλλων δακρυγόνες βόμβες.
Μπροστά στο αλύγιστο θάρρος του Αυξεντίου και αφού προηγουμένως έκαναν χρήσιν όλων των ειδών των όπλων, οι Βρετανοί στρατιώται έρριψαν μέσα στην σπηλιά βόμβες πετρελαίου. Τεράστιες φλόγες εκάλυψαν το σπήλαιο για να τυλίξουν σε λίγο το κορμί του ηρωικού πατριώτη.
Η μάχη ετελείωσε στις 2 η ώρα την νύκτα.
Το πτώμα του Αυξεντίου ανευρέθη απηνθρακωμένο.
Ο Αυξεντίου ήταν ηλικίας 29 ετών, το επάγγελμά του δε ήταν σοφέρ ταξί.
Στον κατάλογο των καταζητουμένων από τους Άγγλους, ήταν εγγεγραμμένος δεύτερος μετά τον στρατηγό Γρίβα.

( Ακριβές αντίγραφο  απ’ τις εφημερίδες της 5ης Μαρτίου  1957 )


Πέμπτη 11 Απριλίου 2019

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΚΟΥΡΤΕΛΗΣ “ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ” Έκθεση αγιογραφίας



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΚΟΥΡΤΕΛΗΣ
“ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ”

Έκθεση αγιογραφίας

17,18, 19 Απριλίου 2019

Στον πολυχώρο τέχνης και πολιτισμού
PLEIADES
Κοδράτου 9, Αθήνα
Μετρο: “Μεταξουργείο”
Ωρες επίσκεψης: 19:00 - 22:00
Πληροφορίες: 6972096525 - 6909223809 Και στο facebook, εδώ: Δημήτρης Σκουρτέλης Έκθεση αγιογραφίας




Από την προετοιμασία της έκθεσης




Τετάρτη 6 Μαρτίου 2019

ΜΠΟΣΤ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ



O Mέντης Mποσταντζόγλου γεννήθηκε στην Kωνσταντινούπολη. 
O ιστορικός κλάδος των Mποσταντζόγλου πρωτοπαρουσιάζεται στα βάθη της Mέσης Aνατολής
Πρόγονός του υπήρξεν ο περίφημος λόγιος Θεόδωρος Iωάννου Mποσταντζόγλου
τον οποίον ουδείς εγνώριζεν εν όσω έζη και ο οποίος όταν απέθανε, τότε ήταν που δεν έγινε καθόλου λόγος δι’ αυτόν. 
Λέγουν ότι υπήρξεν επιστήθιος φίλος του Nαστραντίν Xότζα, κατά τινας μάλιστα πληροφορίας ο Θεόδωρος έγραφεν τα ανέκδοτα, ο δε Xότζας τα απήγγελλεν.






Ολίγα λόγια δια τον καλλιτέχνη

Ό,τι ήταν ο Λεονάρντο Nτα Bίντσι για την εποχή του, το ίδιο απάνω κάτω είναι και ο Mέντης Mποσταντζόγλου για την σημερινή εποχή.
O πρώτος ήταν ποιητής, σχεδιαστής, αρχιτέκτων, μουσουργός και εφευρέτης.
Aι διάφοροι μελέται του για τα πυροβόλα όπλα, καθώς και τα συγγράμματά του διά το «αεικίνητον» το στηριχθέν εις την αρχήν της αενάου κινήσεως, είναι αρκετά διά να τον κατατάξουν, μόνον αυτά, εις την χορείαν των «μεγάλων».
O Mποσταντζόγλου είναι κι αυτός ποιητής, σχεδιαστής και ασφαλώς θα εγίνετο ένας πρώτης τάξεως αρχιτέκτων, εάν οι φίλοι και οι γνωστοί του έδειχνον μεγαλυτέραν κατανόησιν.
Διότι εις όσους επρότεινε να τους χτίση το σπίτι, απέφυγον να του το αναθέσουν, ισχυριζόμενοι ότι θα το χτίσουν αργότερον. Bεβαίως τα σχέδιά του ήσαν ολίγον «επαναστατικά», π.χ. εις την θέσιν των παραθύρων είχε τις πόρτες, και εις την θέσιν της πόρτας να μπαίνουν οι επισκέπται από το παράθυρον, αλλά δεν νομίζω ότι αυτός ήτο ο λόγος που φίλοι και συγγενείς τον απέφευγον.
Oύτε το ότι ήτο ακριβός ευσταθεί. Nομίζω ότι πρέπει να αποδοθή μάλλον εις την επιμονήν του να μην θέλη ο ίδιος σκεπήν, ώστε να εισέρχεται ελευθέρως το ηλιακόν φως και το σπίτι να είναι οικονομικόν. Tο ότι μάλιστα είχε προνοήσει κατά τας ημέρας των βροχών οι ένοικοι να κοιμούνται εις τας ντουλάπας, είναι μία επί πλέον απόδειξις ότι το όλον θέμα ο Mποσταντζόγλου το είχε συλλάβει και το είχεν μελετήσει εις όλας του τας λεπτομερείας.
Mε τον τομέα της μουσικής πάλιν, δεν εύρεν τον καιρόν να ασχοληθή ακόμη. Πάντως είναι πολύ ευχαριστημένος που την υπόθεσιν αυτήν την ανέλαβε ο Mάνος Xατζιδάκις και χαίρεται που η προσπάθειά του αυτή βρίσκεται σε καλά χέρια. «Aν είχα καιρόν να γράψω», μου εξομολογήθη κάποτε, «τέτοια μουσική θα έγραφα. Ό,τι γράφει αυτός, μ’ αρέσει. Λέω να μην ανακατωθώ καθόλου στη δουλειά του και να τον αφήσω να γράφη ελεύθερα. Έτσι κι αυτός θα εμπνέεται απερίσπαστος και διευκολύνει και μένα, διότι έχω πολλές δουλειές. Tι λες εσύ;» Συνεφώνησα με τα λεχθέντα τότε, διότι πράγματι εγνώριζα ότι ήτο απησχολημένος με διάφορα προβλήματα.
Έν εξ αυτών των προβλημάτων, ήταν και η ανεύρεσις τρόπου να κατασκευάζη μόνος του το χαρτί, όπως είχε υποσχεθή πέρυσιν εις τους αναγνώστας του βιβλίου του. Έκανε πολλά πειράματα που πολύ τον εταλαιπώρησαν και πολλοί γνωστοί και φίλοι, εις τους οποίους έδειξε τα δείγματα, του εσύστησαν να ξαναπάρη χαρτί του εμπορίου ώστε να ξεκουρασθή, και συνεχίζει τις ανακαλύψεις του του χρόνου. Tο δεύτερον μεγάλο πρόβλημα που τον απησχόλησε το 1960 ήταν η προσπάθειά του να εφεύρη το «αεικίνητον» και αυτός, αλλά με κάποιαν παραλλαγήν.
O Mποσταντζόγλου το ονόμαζεν «αειχρήματον» και το εστήριζεν εις την αρχήν τού να αντεπεξέρχεται κανείς εις την αέναον ζήτησιν, οποθενδήποτε προερχομένης. Mου έδειξε και ωρισμένα σχέδιά του και απ’ ό,τι απεκόμισα, κατά τον Mποσταντζόγλου το «αειχρήματον» πρέπει να έχη σχήμα πορτοφολιού, ολίγον παχύ (όσον παχύτερον, μου εξήγησεν, τόσον και περισσοτέραν δύναμιν θα έχη), αλλ’ έμεινα με την εντύπωσιν ότι ο προικισμένος αυτός εφευρέτης και σχεδιαστής ευρίσκεται ακόμη εις το στάδιον των πειραματισμών. Kατέχει τα Mαθηματικά, αλλά η λογική του είναι ιδιόρρυθμος.
Bιβλίον το οποίον στοιχίζει 20, υπολογίζει ότι διά να κερδίση, πρέπει να πωληθή 10. Eάν ο άνθρωπος αυτός δεν είχεν πίσω του διάφορες Kρατικές δουλειές, θα απέθνησκεν της πείνης. Aπό την ημέραν όμως που εισήλθεν εις το Kαλλιτεχνικόν Eπιμελητήριον «παμψηφεί», αποτόμως ο ρυθμός της ζωής του ανετράπη και κυριολεκτικώς ζει εν μέσω αφαντάστου χλιδής. Aυτό το γεγονός όμως ήταν που εσκλήρυνεν την καρδιά του και μένει ανάλγητος προ του πόνου και της δυστυχίας των συνανθρώπων του. Nα δήτε με τι άσχημο τρόπο μιλάει στις ζητιάνες και σ’ όλες τις κατσιβέλες που μυρίστηκαν ότι έχει χρήματα και δεν ξεκολλάνε από την πόρτα του, θα φρίξετε. Παραθέτομεν κατωτέρω μερικάς φράσεις του διά να δήτε και το πόσον είναι ετοιμόλογος.
― Άσε μας κυρά μου και δεν έχω φράγκο. Ή
― Δεν μου φτάνουν οι μέσα ζητιάνοι, νάχω και τους απόξω. Όλο δώσε και δώσε. Άλλη ξένη γλώσσα εκτός της «Δοσικής» δεν ξέρετε;
Πολλάς φοράς, εμπαίζει τας δυστυχείς γυναίκας.
― Δεν με παίρνεις μαζί σου; Kι ό,τι πιάσουμε, μισά-μισά.
Kαι προτείνει εις τας Aθιγγανίδας να τον πάρουν αγκαλιά και να λέγουν ότι είναι παιδί των. Kαμμία όμως δυστυχισμένη δεν τον παίρνει, διότι γνωρίζει καλώς ότι παίζει θέατρον κι ότι τα χρηματοκιβώτια των Tραπεζών στενάζουν από το βάρος των καταθέσεών του. Πολλάς φοράς, από λόγους καθαρώς σαδιστικούς, βγαίνει στην πόρτα και ανάβει τα τσιγάρα του με χαρτονομίσματα επιδεικτικώς. Στην γειτονιά τον αποκαλούν «Pότσιλδ». Aυτή είναι η μελανή του πλευρά. Kατά τα άλλα, είναι ένας καλλιτέχνης αξιαγάπητος. Πάντοτε έχει σπίτι του επισκέπτας. Eάν δεν έρθουν σμήνη τσιγγάνων, θα έρθουν φίλοι, και εάν δεν έρθουν φίλοι, θα έλθουν συγγενείς. Aπαραιτήτως θα τον επισκεφθούν εκπρόσωποι του Aεριόφωτος, της Hλεκτρικής, της Tηλεφωνικής, άνθρωποι των Yδάτων, Aξιωματούχοι της Eφορίας και άλλων σοβαρών Iδρυμάτων. Tον γαλατάν, παγοπώλην και δοσάν, δέχεται ιδιαιτέρως και αι επισκέψεις των απλών αυτών ανθρώπων τού δίδουν αφάνταστον χαράν. Δέχεται τους πάντας με Aνατολικήν ευγένειαν, διότι και η καταγωγή του είναι Aνατολική. O Mέντης Mποσταντζόγλου γεννήθηκε στην Kωνσταντινούπολη. O ιστορικός κλάδος των Mποσταντζόγλου πρωτοπαρουσιάζεται στα βάθη της Mέσης Aνατολής. Πρόγονός του υπήρξεν ο περίφημος λόγιος Θεόδωρος Iωάννου Mποσταντζόγλου, τον οποίον ουδείς εγνώριζεν εν όσω έζη και ο οποίος όταν απέθανε, τότε ήταν που δεν έγινε καθόλου λόγος δι’ αυτόν. Λέγουν ότι υπήρξεν επιστήθιος φίλος του Nαστραντίν Xότζα, κατά τινας μάλιστα πληροφορίας ο Θεόδωρος έγραφεν τα ανέκδοτα, ο δε Xότζας τα απήγγελλεν. Tούτο συνάγεται και εκ των ανεξηγήτων διακοπών του Xότζα, αι οποίαι συνέπιπτον σχεδόν πάντοτε με περιόδους κατά τας οποίας ο Θεόδωρος έκειτο κλινήρης. Iσχυρίζονται επίσης πολλοί, ότι και αυτός ήτο ο λόγος που ο πρόγονος του Mποστ. τα ετίναξεν νέος. Διότι ο Xότζας εν τη επιθυμία του να έχη ανέκδοτα και διά την περίοδον που ο φίλος του θα ήτο ασθενής, εξεθέωνεν τον δυστυχή λόγιον στη δουλειά.
Πολλάς φοράς του έτρωγε και τα ποσοστά καθ’ όσον ο Xότζας ήτο πολύ καπάτσος. H ιδέα να βγάλουν τα ανέκδοτα εις δίσκους, του Mποσταντζόγλου ήτο, δεν ήτο του Xότζα. H μόνη συμβολή του Xότζα εις την υπόθεσιν αυτήν ήταν το εξώφυλλον. Kι αυτό εστάθη η αφορμή της οριστικής των ρήξεως. Διότι ο Xότζας παρήγγειλε εξώφυλλον που έγραφε απ’ έξω με μεγάλα γράμματα ο ναστρεντιν χοτζιδακις παρουσιάζει τα «ανέκδοτα» του Θεοδωράκη εφένδη, κι έβαλε τα δικά του με πολύ ψιλά. Kι όταν το επληροφορήθη ο Θεόδωρος, εστενοχωρήθη πολύ και έπεσεν του θανατά. Tα τελευταία δε λόγια που είπε στους συγγενείς του πριν ξεψυχήση ήσαν τα εξής:
― Παιδιά μου, μεγαλοφυΐα αυτός ο Xοτζιδάκις και καύχημα της Aνατολής, αλλ’ όταν παίρνη τοις μετρητοίς αυτά που γράφω και γίνεται ένα με τον Nαστρεντίνον και δεν μου ηχογραφούν την πλάκα για τιμωρία, τότε σημαίνει ότι και τα δύο παιδιά στερούνται Aνατολίτικου χιούμορ.
Kι αφού είπε αυτά, μετά πέθανε και τον θάψανε.
Aπόγονος λοιπόν αυτού του καλοκάγαθου ανθρώπου είναι κι ο Mέντης Mποσταντζόγλου. Aπό τον Θεόδωρον έλαβε τας περισσοτέρας αρετάς· την απέραντον σοφίαν, την αγάπην διά το ποδόσφαιρον, το ιδίωμα να γράφη πολλάκις με τα πόδια και το θείον χάρισμα, πρώτον να γράφη και κατόπιν να σκέπτεται. Oύτος επί μίαν ολόκληρον 40ετίαν εβασανίζετο, διότι δεν ημπορούσε να ομιλήση. Tου εδόθη κάποτε η ευκαιρία και ηθέλησε να τα πη μαζεμένα. Xείμαρρος ασυγκράτητος ήσαν αι λέξεις που ανέβλυσαν από την ψυχήν του. Nιαγάρας ορμητικός εικόνων και σχημάτων που τον έπνιγαν παρουσιάστηκε μπροστά του και το αποτέλεσμα ήταν να μην τον χωράη το χαρτί και τα γραφόμενά του κοντεύουν να πνίξουν και τον ίδιον. Kακός όμως δεν είναι. Γκαφατζής είναι. Έχει μέσα του τεράστια αποθέματα υδατοπτώσεων, αλλά η έλλειψις μηχανικού που θα μετατρέψη αυτήν την δύναμιν σε χρήσιμον ηλεκτρικήν ενέργειαν είναι οφθαλμοφανής. Σπίτι του, οι δικοί του αντικρύζουν με τρόμον περισσοτέρας πλημμύρας παρά ηλεκτροφωτισμόν. Tα όρια ευπρεπείας, σατίρας και λιβέλλου δεν είναι σαφώς διαγεγραμμένα εις το αγαθό του μυαλό. Ήκουσε κάποτε ότι η ζωή είναι ζούγκλα, του ενετυπώθη, κι έκατσε εις τον μονόδρομον ωπλισμένος με το ρόπαλόν του. Aυτοδιορίστηκε τροχονόμος για ν’ αμυνθή και τάβαλε μ’ όλους που κατά την γνώμην του έκαναν «παράβαση». Έναν μόνον δεν μπορεί να φέρη σε λογαριασμό. Tον εαυτό του. Tα «θα μας κάψης», «γιατί τώγραψες» ή «τι σ’ έπιασε πάλι;» είναι αι μόναι ενθαρρυντικαί φράσεις που ακούει ο σύγχρονος αυτός Nτα Bίντσι από την εν απογνώσει ευρισκομένην οικογένειάν του. Kαι τότε ο φιλότιμος αυτός καλλιτέχνης, μεταμελείται. Oρκίζεται ότι θα αλλάξη και, κλεινόμενος εις το εργαστήριόν του με συντριβήν, ξαναφτιάχνει από τα ίδια. Aυτός είναι ο Mέντης Mποσταντζόγλου.
Στο περσινό μου βιβλίο, είχε γράψει καλά λόγια για μένα ο φίλος μου Hλίας Πετρόπουλος από την Θεσσαλονίκη. Φέτος ήθελα να βάλω κάποιο όνομα τρανταχτό και σκέφθηκα να προτείνω να μου γράψη τον πρόλογο ο κ. Πρωθυπουργός. Eπειδή όμως σκέφθηκα ότι θα έχη πολλές δουλειές, έλεγα να το γράψω εγώ και να βάλω από κάτω κωνσταντίνος καραμανλής, ποιος θα το καταλάβη. Mετά είπα, ότι μπορεί να μαθευτή και θα ήταν μεγάλη ντροπή. Mου είπαν μερικοί να πάω στον ακαδημαϊκό πετρίδη. Πήγα, αλλά έλειπε στο μνημόσυνο του Mητρόπουλου. Tέλος αποφάσισα να πρωτοτυπήσω, να γράψω τον πρόλογο εγώ και να πω τα καλύτερα λόγια για τον εαυτό μου. Aυτό και έκανα. Kι εγώ που τον διάβασα, έμεινα πολύ ευχαριστημένος. Θάγραφα κι άλλα, αλλά δεν με παίρνει ο χώρος.

Μποστ

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

Βυζαντινές εκφράσεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά

Η ακόλουθη μελέτη έγινε για την εκπομπή της Cosmote History "Φράσεις με ιστορία". (Δες εδώ) Τα επεισόδια παρουσιάζουν και τεκμηριώνουν επιστημονικά οι: Κωνσταντίνος Γιαννακός - Διδάκτωρ ΑΠΘ, Χρήστος Ζερεφός - Ακαδημαϊκός, Φυσικός της Ατμόσφαιρας, Λουίζα Καραπιδάκη - Ιστορικός Τέχνης, Υπεύθυνη Μουσειακής Συλλογής στο Κέντρο Έρευνας της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, Σαράντος Ι. Καργάκος - Ιστορικός, Συγγραφέας, Αναστάσιος Μ. Κωτσιόπουλος - Αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ, Αντωνία Μοροπούλου- Καθηγήτρια Ε.Μ.Π, Πρόεδρος της Αντιπροσωπείας Τ.Ε.Ε., Δημήτρης Σκουρτέλης - Ιστορικός Βυζαντινής Τέχνης, Αγιογράφος, Χρυσόστομος Σταμούλης - Καθηγητής Θεολογίας ΑΠΘ, Θεοδόσης Τάσιος - Ακαδημαϊκός, Καθηγητής Ε.Μ.Π, Βίκυ Φλέσσα - Δημοσιογράφος, Φιλόλογος, Ευάνθης Χατζηβασιλείου - Καθηγητής Ιστορίας ΕΚΠΑ, Γεώργιος Χρούσος - Καθηγητής Παιδιατρικής & Ενδοκρινολογίας ΕΚΠΑ.
Στην συγκεκριμένη ανάρτηση, αναλύονται εδώ, από τον Δημήτρη Σκουρτέλη, μια σειρά καθημερινές μας εκφράσεις που προέρχονται από το Βυζάντιο.


1) Βγήκα ασπροπρόσωπος, θα μου τρυπήσεις την μύτη, γίναμε θέατρο, του κρέμασαν τα κουδούνια, είδα τις πομπές σου, κουράστηκα....

Ο Βυζαντινός Νόμος δεν προέβλεπε συνήθως ποινή μακρόχρονης φυλάκισης. Οι ποινές ήταν σωματικές. Ξυλοδαρμοί και βασανιστήρια ήταν συνήθη, ακόμα και στην εξέταση μαρτύρων. Οι ποινές εφαρμόζονταν δημόσια και αυτό γίνονταν για παραδειγματισμό. Δεν ξέρουμε πόσο παραδειγματίστηκαν από όλα αυτά οι πρόγονοί μας, αλλά σίγουρα εντυπωσιάστηκαν, και μια σειρά ζωντανές ακόμα εκφράσεις παραμένουν στο λαϊκό λεξιλόγιο.


Το πρόσωπό του κατάδικου αλείβονταν με στάχτες, καρβουνίλα ή κόκκινο χρώμα. (Από το “μουτζούρωμα” του κατάδικου προέκυψε και η λεγόμενη “μούτζα”)
Ο κατηγορούμενος που αθωώνονταν “ΕΒΓΑΙΝΕ ΑΣΠΡΟΠΡΟΣΩΠΟΣ” από το δικαστήριο.
Σημαντικό μέρος της ποινής ήταν η διαπόμπευση, όπου ο ένοχος οδηγούνταν σε δημόσιο χλευασμό. Μπροστά στο συγκεντρωμένο πλήθος, τον περιέφεραν καθισμένο ανάποδα σε γάιδαρο ή ακόμα και σε καμήλα. Ο κόσμος τον ειρωνεύονταν, του πέταγαν διάφορα αντικείμενα, του κρέμαγαν και κουδούνια. Από εκεί η έκφραση: “ΤΟΥ ΚΡΕΜΑΣΑΝ ΤΑ ΚΟΥΔΟΥΝΙΑ”.


Συχνά χτυπούσε η καμπάνα για να συγκεντρωθεί ο κόσμος και να δει την ποινή, και από εκεί βγήκε η έκφραση “μου έριξε καμπάνα”. (υπέστην ποινή) Υπήρχε και λαϊκή συμμετοχή στην ποινή, με κόσμο να ακολουθεί και να κακομεταχειρίζεται, να ειρωνεύεται, να εκτοξεύει αντικείμενα σκουπίδια, στάχτες, βρωμιές διάφορες κλπ. στον κατάδικο. Η όλη τιμωρία έπαιρνε την μορφή μιας πομπής. Έτσι βγήκε η έκφραση “Είδα τις πομπές σου” και επί γυναικών: “πομπεμένη”


Η όλη σκηνή αποκαλούνταν από τους συγγραφείς “Άτιμος θρίαμβος” γιατί έμοιαζε με παρωδία Ρωμαϊκού θριάμβου. Για το ίδιο συμβάν υπήρχε και ο όρος “θεατρίζομαι” (στις επιστολές του Παύλου για τα μαρτύρια των Χριστιανών) Συνεπώς η έκφραση “Γίναμε θέατρο” δεν προέρχεται από τις θεατρικές παραστάσεις αλλά από την Βυζαντινή Δικαιοσύνη.
Συχνά κούρευαν τον κατάδικο  (τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες διατηρούσαν μακριά κόμη και το κόψιμό της ήταν ταπεινωτικό) Ταπεινωτικό επίσης ήταν και το κόψιμο της γενειάδας. Η σημερινή έκφραση “ΕΙΜΑΙ ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ” (Από το “κουρά”, κούρεμα) προήλθε από το κούρεμα του κατάδικου, το οποίο συνεπάγονταν ταλαιπωρία και εξάντληση από τα υπόλοιπα μαρτύρια που υποβάλλονταν.
Μια άλλη ποινή ήταν το κόψιμο της μύτης ή το τρύπημά της. Έτσι βγήκε η έκφραση “ΘΑ ΜΟΥ ΤΡΥΠΗΣΕΙΣ ΤΗΝ ΜΥΤΗ”
Διαπόμπευση γίνονταν και στον στρατό για παράβαση καθήκοντος ή δειλία κ.οκ., σαν κατάλοιπο της παλιάς Ρωμαϊκής ποινής του “αποδεκατισμού” Η διαπόμπευση δεν περιορίζονταν μόνο στους εγκληματίες ή/και τους φτωχούς. Αντίθετα, σε περίπτωση πολιτικών αναταραχών και εξεγέρσεων, διαπομπεύονταν στελέχη της  φατρίας που ηττήθηκε, και κύρια ο αρχηγός της, που υποβάλλονταν σε δημόσια βασανιστήρια. Επίσης διαπομπεύονταν και παραβατικοί ιερείς και μοναχοί ακόμα και Επίσκοποι.
Ιδιαίτερη περίπτωση διαπόμπευσης ήταν όταν το θύμα δεν μπορούσε να βρεθεί, οπότε διαπόμπευαν κάποιον που του έμοιαζε ή ήταν ντυμένος σαν κι αυτόν για να εκδηλώσουν την αντιπάθειά τους.
Η διαπόμπευση έφτανε μέχρι και τους νεκρούς, αν το πρόσωπο ήταν μισητό. Ξέρουμε πως έτσι διαπομπεύτηκε η σορός του Αυτοκράτορα Μαυρικίου.



2)    Άλαλα τα χείλη των ασεβών, το επίθετο: "Κονοφάος"

Θα ήθελε ώρες για να απαριθμήσουμε τις λαϊκές εκφράσεις που προήλθαν από τα εκκλησιαστικά κείμενα, την Βίβλο και τους Ύμνους της Λειτουργίας. “Η ζωή εν τάφω”, “μνήσθητί μου Κύριε”, “Τα καλά και συμφέροντα”.
Η έκφραση “Άλαλα τα χείλη των ασεβών” προέρχεται από έναν στίχο της Παράκλησης της Θεοτόκου, το “Μεγαλυνάριον” που αρχίζει με το γνωστο “Άξιον εστιν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον” Ο στίχος είναι ο  “Άλαλα τα χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων, την Εικόνα σου την σεπτήν, την ιστορηθείσαν, υπό του Αποστόλου, Λουκά ιερωτάτου, την Οδηγήτριαν.” (Δηλαδή: “Ας μείνουν σιωπηλά τα χείλια των ασεβών που δεν προσκυνούν την σεβαστή εικόνα σου, την Οδηγήτρια, που την ζωγράφισε (Ιστόρησε ήταν η έκφραση της εποχής που σήμαινε “ζωγράφισε”) ο Απόστολος Λουκάς ο ιερώτατος.”
“Οδηγήτρια” αποκαλούμε μια εικόνα της βρεφοκρατούσας Παναγίας με τον Χριστό κατενώπιον.  Την χρησιμοποιούσαν σαν έμβλημα σε πομπές, λιτανείες, ακόμα και στον πόλεμο.
Ο Ύμνος αυτός προς την Θεοτόκο έχει ανάλογο, και ίσως και ως πηγή έμπνευσης  τους Ψαλμούς του Δαυίδ: ἄλαλα γενηθήτω τὰ χείλη τὰ δόλια” (Ψαλμός 31) Είναι δημοφιλής γιατί δεν ψάλλεται μόνο στην εκκλησία, αλλά και από τους πιστούς κατ΄οίκον.
Από τον ύμνο αυτό μαθαίνουμε, και γενικότερα από την Παράδοση, πως ο Ευαγγελιστής Λουκάς, εκτός από συγγραφέας του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου και των Πράξεων των Αποστόλων, ήταν και ζωγράφος και εικόνισε την Θεοτόκο. Συχνά εικονίζεται ο Λουκάς, αντί να γράφει το Ευαγγέλιο, να αγιογραφεί.
Πολλές παλιές εικόνες φέρονται από την  παράδοση να είναι ζωγραφισμένες από τον Ευαγγελιστή. Γνωστότερες είναι η Παναγία η Μεγαλοσπηλαιώτισσα, στο Μέγα Σπήλαιο στα Καλάβρυτα,  η Ποντιακή Παναγία Σουμελά και η Κυπριακή Παναγία του Κύκκου. Βρίσκονται, βέβαια, σε κατάσταση μεγάλης φθοράς. Λέγεται πως όλες οι άλλες εικόνες που αναφέρονται ως φιλοτεχνημένες από τον Ευαγγελιστή είναι αντίγραφα αυτών των τριών.  
Για να επιστρέψουμε στον ύμνο του Παρακλητικού Κανόνα, είναι εμφανές πως στρέφεται κατά των Εικονομάχων. Θεωρείται ως “Πoιήμα Θεoστηρίκτoυ μoναχoύ ή του Θεoφάνoυς” . Και οι δύο ήταν άγιοι “Ομολογητές” όπως τους λένε, που υπεράσπισαν δηλαδή τις Εικόνες κατά των Εικονομάχων.  Οι Εικονομάχοι Αυτοκράτορες επί έναν αιώνα σχεδόν (726-842) προσπαθούσαν να απαγορεύσουν την λατρεία των εικόνων ως ειδωλολατρική. Το ζήτημα των εικόνων έλυσε η 7η (Ζ’) Οικουμενική Σύνοδος, που τις αποκατάστησε. Ο εν λόγω ύμνος χρησιμοποιεί την ίδια ορολογία με το κείμενο της απόφασης της Συνόδου, που αποκαλεί τις εικόνες “σεπτές” και όχι “ιερές” όπως τις αποκαλούμε σήμερα.
Ο απλός λαός ποτέ δεν αποδέχτηκε την μεταρρύθμιση των Εικονομάχων, και υπέστη πολλά μαρτύρια σεβόμενος τις εικόνες. Υπήρξε και εξέγερση των “Θεμάτων” (διοικητικών περιοχών) της “Ελλάδος” που έκαναν ναυτική εκστρατεία κατά της Κωνσταντινούπολης με στόχο να αποκατασταθούν οι Εικόνες, την οποία κατανίκησε ο Εικονομάχος Αυτοκράτορας Λέων ο Γ’, χρησιμοποιώντας, ίσως για πρώτη φορά, το περίφημο “Υγρόν Πυρ”. Η λαϊκη παράδοση θυμάται αυτούς τους “ασεβείς” Εικονομάχους του ύμνου με το επίθετο “Κονοφάος” που σημαίνει “Εικονοφάγος”.

3) Δεν περνάει η μπογιά σου

Οι Βυζαντινές γυναίκες μπορεί να ντύνονταν σεμνότερα από σήμερα, αλλά πάντα προσπαθούσαν να είναι εντυπωσιακές. Με πολύτιμα καταστόλιστα φορέματα, αλλά και με την εντυπωσιακή δημόσια εμφάνισή τους με συνοδεία από υπηρέτριες, μεταφερόμενες σε φορείο ή έφιππες. Ορισμένες Κωνσταντινοπολίτισσες αρχόντισσες μετακινούνταν ακόμα και με πλοίο από το ένα μέρος της Πόλης στο άλλο όπου αυτό ήταν δυνατό. Γνωρίζουμε βέβαια πόσες γυναίκες έγιναν Αυτοκράτειρες και κυβέρνησαν μόνες τους, αλλά και πόση επιρροή είχαν στον Αυτοκράτορα σύζυγό τους. Η υψηλή θέση της γυναίκας φαίνεται ακόμα και στις αναπαραστάσεις των δωρητών στις εκκλησίες, όπου η σύζυγος παριστάνεται ισότιμα με τον σύζυγο. Η μόρφωση αυτών των γυναικών ήταν σημαντική. Γνωρίζουμε τα γραπτά της Άννας Κομνηνής η οποία ισχυρίζεται, καθόλου αβάσιμα. ότι ήταν γνώστης όλης της “Τετρακτύος” δηλαδή του συνόλου των Επιστημών. Αλλά και οι φτωχές γυναίκες ήταν δραστήριες επαγγελματικά, σαν βιοτέχνες, πωλήτριες, και καταστηματάρχες.


Πρότυπο της γυναικείας ομορφιάς στο Βυζάντιο ήταν τα ξανθά μαλλιά και το λευκό χρώμα της επιδερμίδας. Προσπαθούσαν να ξανθίνουν τα μαλλιά τους με διάφορα παρασκευάσματα, αλλά φυσικά υπήρχε και η λύση της προσθήκης πλεξούδων ή της περούκας. Έβαφαν το πρόσωπο με λευκή πούδρα που ονόμαζαν ψιμμύθιον και παρασκευάζονταν από λεπτό αλεύρι ρυζιού ή κιμωλία κ. ά. . Ο όρος έχει επιζήσει στην Βυζαντινή αγιογραφία όπου οι τελευταίες λεπτές φωτεινές πινελιές ονομάζονται “Ψιμμυθιές”.



Επίσης, κοκκίνιζαν τα μάγουλα με ερυθρό χρώμα που παρασκευάζονταν από διάφορα βότανα. Φυσικά έβαφαν και τα χείλη.  Αν και τα ξανθά μαλλιά ήταν στην μόδα, τα φρύδια έπρεπε, σύμφωνα με την ίδια μόδα, να είναι μαύρα, οπότε τα έβαφαν έντονα, με διάφορα είδη μελανιού ή καπνιάς. Καμιά φορά τα ξύριζαν και τα έβαφαν από πάνω.  Υπήρχαν φυσικά και προϊόντα για καθαρισμό και λείανση του δέρματος. Για όλα αυτά υπήρχαν περίπλοκες συνταγές που θα ήταν δύσκολο να ανασυστήσουμε σήμερα.
Οι Βυζαντινές γυναίκες βάφονταν έντονα λοιπόν, και αυτό επέσυρε συχνά την μήνι των Πατέρων. Από τα κείμενά τους μαθαίνουμε πως και πόσο βάφονταν οι γυναίκες.  Επίσης, μας πληροφορούν και διάφοροι στίχοι των Δημοτικών τραγουδιών “Βάζει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθι και του κοράκου το φτερό βάζει καμαροφρύδι” που υπονοούν έντονο βάψιμο.


Τα αρώματα τα εμπορεύονταν η Συντεχνία των Μυρεψών, οι οποίοι όμως ταυτόχρονα πούλαγαν και μαγειρικά καρυκεύματα όπως το πιπέρι, ενω το σαπούνι το εμπορεύονταν άλλη Συντεχνία,  οι Σαπωνοπράται. Στην Κωνσταντινούπολη πουλούσαν τα αρώματα και τα καλλυντικά από την Στήλη του Μιλίου ως την Χαλκή Πύλη, ώστε οι μυρωδιές να αναδύονται προς την κατεύθυνση τόσο της Εικόνας του Κυρίου που ήταν εκεί αλλά μέχρι και το Μέγα Παλάτιον!
Πολλές γυναίκες καταγίνονταν επίσης με την παρασκευή αρωμάτων και καλλυντικών, οι πλούσιες για τον εαυτό τους, και οι φτωχές για βιοπορισμό. Η αυτοκράτειρα Ζωή, που κατάφερνε με τα καλλυντικά που χρησιμοποιούσε να διατηρείται νεα ακόμα και στα 60 της είχε μέσα στο παλάτι δικό της εργαστήριο αρωμάτων και καλλυντικών, όπου εργάζονταν ειδικευμένες θεραπαινίδες με μυστικές και απόκρυφες συνταγές. Καλλυντικά όμως με απλά “φυσικά προϊόντα” όπως συμβαίνει και σήμερα, παρασκεύαζαν και απλές γυναίκες και συχνά τα δικά τους ήταν καλύτερα από τα επίσημα.
Ετσι γίνονταν αγώνας για “να περάσει η μπογιά της καθεμιάς”, αλλά υπήρχε και άλλη έννοια στην έκφραση αυτή. Γιατί, όσα καλλυντικά και να χρησιμοποιούσε μια γυναίκα, έρχονταν μια στιγμή που το γήρας υπερίσχυε, οπότε “έπαυε να περνάει η μπογιά της”



4) Στα κρύα του λουτρού.

Λόγω έλλειψης τρεχούμενου νερού, αλλά και λόγω της δυσκολίας να ζεσταθεί μεγάλη ποσότητα στο μεσαιωνικό σπίτι, τα δημόσια λουτρά ήταν απαραίτητα για την διατήρηση της δημόσιας υγείας. Έτσι αρχής γενομένης από τους Ρωμαίους, και κληρονομημένο από τους Βυζαντινούς, το λουτρό, δηλαδή ένα κτίριο αφιερωμένο στον καθαρισμό του σώματος ήταν απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε πόλης. Το ονόμαζαν επίσης “Βαλανείο”, “Θερμό”, ή και “Θέρμες”. Την εποχή που στην Δύση οι άνθρωποι σπάνια πλένονταν, στο Βυζάντιο υπήρχαν άνθρωποι που πήγαιναν στο λουτρό δυο φορές τη μέρα. Ρώτησαν κάποτε τον Πατριάρχη Σισσίνιο τον Α΄, γιατί πηγαίνει δυο φορές τη μέρα στο Λουτρό και απάντησε: “Επειδή δεν προφταίνω να πάω τρεις”.
Το λουτρό, που σήμερα το ονομάζουμε “Χαμάμ” το κληρονόμησαν από τους Βυζαντινούς οι Άραβες και οι Τούρκοι.
Τα ρωμαϊκά και βυζαντινά λουτρά ήταν απαραίτητο στοιχείο της καθημερινής ζωής. Οι Αυτοκράτορες πάντα φρόντιζαν να χτίζουν μεγάλα λουτρά ή να συντηρούν τα υπάρχοντα. Τέτοια δημόσια λουτρά ήταν αριστουργήματα αρχιτεκτονικής με πολυτελή κατασκευή και υπέροχη διακόσμηση.
Η αρχαία Ρώμη ήταν γεμάτη από τέτοια λουτρά.Αυτά του Διοκλητιανού έχουν μετατραπεί σε εκκλησία, την  Santa Maria degli Angeli και μάλιστα με παρέμβαση του Μιχαήλ Άγγελου. Δυστυχώς δεν έχει επιβιώσει κάποιο αντίστοιχο Βυζαντινό μεγάλο λουτρό στην Κωνσταντινούπολη.  Μαρτυρούνται όμως τέτοια κτίσματα εκεί με χωρητικότητα δυο χιλιάδων ατόμων, ενώ αναφέρονται οχτώ δημόσια λουτρά και 150 ιδιωτικά. Στην Αλεξάνδρεια, όταν την κατέκτησαν οι Άραβες, βρήκαν 4.000 λουτρά! Λουτρά υπήρχαν και στα Μοναστήρια, και πολλά από αυτά εκλήφθηκαν μεταγενέστερα ως εκκλησίες, (το έχει αποδείξει ο Ορλάνδος) γιατί επί Τουρκοκρατίας τα ήθη και οι συνήθειες σχετικά με το λουτρό άλλαξαν.  Τα λουτρά είχαν μεγάλη ομοιότητα με την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική και ήταν κτίρια μεγαλοπρεπή, τουλάχιστον τα δημόσια. Διέθεταν τρούλο, ή ακόμα και πολλούς τρούλους όχι μόνο για φωτισμό αλλά και για απομάκρυνση των υδρατμών και αερισμό.

Το λουτρό στην Θεσσαλονίκη.
Η ομοιότητα με την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική
είναι εμφανής.

Τα λουτρά -ή βαλανεία- παρείχαν όχι μόνο ζεστό νερό, αλλά και θερμαινόμενους χώρους όπου γίνονταν εφίδρωση. Η θέρμανση επιτυγχνάνονταν με διπλό πάτωμα όπου από κάτω άναβαν φωτιά.  Η ζέστη μεταφέρονταν είτε μέσω του πατώματος ή ακόμα και με σωλήνες. Ιδιαίτερη περίπτωση ήταν τα λουτρά όπου το ζεστό νερό ανάβλυζε από κάποια θερμή πηγή. Συνήθως χωρίζονταν σε τρία μέρη, το κρύο, το χλιαρό και το ζεστό (frigidarium, trepidarium και caldarium τα έλεγαν οι Ρωμαίοι.)
Υπήρχαν αντρικά και γυναικεία λουτρά, ή, σε άλλα,  ορισμένες μέρες η είσοδος επιτρέπονταν μόνο στο ένα φύλο. Μαρτυρίες για πραγματικά μικτά λουτρά σπανίζουν. Οι πλούσιοι Βυζαντινοί, με την ιδιαίτερη αίσθηση της μεγαλοπρέπειας που τους διέκρινε, έκαναν την εμφάνισή τους στο λουτρό δημόσιο θέαμα, συνοδευόμενοι  από πολυάριθμους υπηρέτες σε μεγαλοπρεπή πομπή.
Καμιά φορά όμως τους περίμενε η έκπληξη: Τα λουτρά  όπως είπαμε είχαν και κρύο τμήμα όπου έκανες ψυχρό καταιωνισμό (ντους) η και μπάνιο σε πισίνα, αν ήταν μεγάλα. Η εναλλαγή ζεστού και κρύου ήταν βασική συνταγή της ορθής χρήσης του λουτρού. Αν όμως η θέρμανση του ζεστού μέρους αποτύγχανε, για οποιονδήποτε λόγο, τότε “Έμενες στα κρύα του λουτρού”



5) Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του

Έκφραση της Ενετοκρατίας. Οι Βυζαντινοί, κατά την μαρτυρία του Προκοπίου, στα πολεμικά πλοία, τα λεγόμενα “Δρόμωνες”,  χρησιμοποιούσαν ελεύθερους κωπηλάτες και μάλιστα Κων/λίτες γιατί ήταν έμπειροι λόγω του Κερατίου και του Βοσπόρου που διέσχιζαν συνέχεια. Οι Βενετσιάνοι όμως χρησιμοποιούσαν για κωπηλάτες σκλάβους, κατάδικους και αιχμαλώτους. Αλλά και τα πλοία που λέγονταν “Κάτεργα” στο Βυζάντιο ήταν αρχικά “πλοία για κάθε δουλειά” (έργο) (Κάθε +έργον) πολεμικά, εμπορικά, μεταφορικά. Συχνά σε αυτά πήγαιναν σαν κωπηλάτες άνθρωποι που υπέκειντο σε αγγαρεία ή τιμωρία για κάποιο παράπτωμα.


Οι Έλληνες της Ενετοκρατίας ονόμασαν επίσης “κάτεργα” τις Ενετικές Γαλέρες όπου οι συνθήκες ήταν πολύ χειρότερες. Θα μιλήσουμε σε λίγο γι αυτές. Τελικά όμως, όταν  αργότερα, καταργήθηκε οριστικά η κωπηλασία στα πλοία, πολλές παροπλισμένες γαλέρες έγιναν πλωτές φυλακές. Πολύ σύντομα λοιπόν, και φτάνοντας στις μέρες μας, “Κάτεργο” λέγονταν κάθε φυλακή καταναγκαστικής εργασίας και ο τρόφιμός της, ο “κατεργάρης” κατέληξε να σημαίνει “παράνομος” “απατεώνας” “κολπατζής”. Στα Γαλλικά επίσης, σήμερα “galère”, “Γαλέρα” σημαίνει φυλακή, βαριά δουλειά, αγγαρεία.
Στις Ενετικές γαλέρες  από τον 15ο ως τον 17ο αιώνα, κωπηλατούσαν αιχμάλωτοι και κατάδικοι, αν και μαρτυρείται πως ανάμεσά τους υπήρχαν και ελεύθερα, εξαθλιωμένα άτομα που δεν είχαν άλλο βιοπορισμό. Η ίδια κατάσταση επικρατούσε και στα Τουρκικά ή Βορειοαφρικανικά πλοία. Όλα αυτά ήταν πολεμικά. Τα εμπορικά πλοία πήγαιναν με πανί και δεν είχαν κωπηλάτες. Το πολεμικό πλοίο όμως, ήθελε απόλυτο έλεγχο της πλεύσης του στην ναυμαχία, και χρειάζονταν κωπηλάτες, τουλάχιστον μέχρι την εποχή που εξελίχθηκε περισσότερο ο σχεδιασμός των πλοίων γύρω στον 17ο αιώνα.  
Πολλοί από τους αιχμάλωτους κωπηλάτες  απελευθερώνονταν με λύτρα από τους συγγενείς τους.  Υπήρχε οργανωμένο σύστημα εξαγοράς αιχμαλώτων από τους πειρατές ή τους εχθρούς που τους είχαν πιάσει.


Σκλάβοι κωπηλάτες δεν υπήρχαν μόνο στις Ενετικές γαλέρες, αλλά και στα πειρατικά πλοία. Η ζωή τους και στα δύο είδη πλοίων ήταν δύσκολη. Έτρωγαν ελάχιστα, αλυσοδένονταν και μαστιγώνονταν. Η γαλέρα όμως ήταν πλοίο εξελιγμένο, απόγονος του περίφημου βυζαντινού “Δρόμωνα” με πολύ κατάλληλα τριγωνικά πανιά που “έπιαναν τον άνεμο” και έτσι οι κωπηλάτες είχαν κάποιες στιγμές ξεκούρασης. Επίσης παρέμεναν άπραγοι κατά τις χειμερινές κακοκαιρίες.
Η κωπηλασία όμως ήταν απαραίτητη, το ελάχιστο, στην προσέγγιση στα λιμάνια και τις ναυμαχίες, όσο ενοϊκός να ήταν ο άνεμος. Και επειδή κάθονταν σε έναν πάγκο για να κωπηλατήσουν, όταν το πλοίο τους χρειάζονταν, το πρόσταγμα: “Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του” ήταν φυσικό, όπως και η μεταγενέστερη έννοιά του “δεν χωράνε πια αστεία” “τελείωσε η αργία” “δεν μπορείς να υποκριθείς άλλο” κλπ.
Οι παραπάνω έννοιες της φράσης τονίζονται και από όσα θα πούμε στην συνέχεια: Οι κωπηλάτες σκλαβοι των Ενετών, αν και γενικά ζούσαν φριχτά, όταν το πλοίο έπιανε λιμάνι απελάμβαναν σχετική ελευθερία. Με βάση τις μαρτυρίες, αυτό δεν ίσχυε πάντα και σε όλες τις περιπτώσεις, γιατί δεν επικρατούσαν σε όλα τα πλοία οι ίδιες συνθήκες και κανόνες.

Αν κάποιος από αυτούς επιχειρούσε να δραπετεύσει, την ώρα της προσωρινής του ελευθερίας,  όλη η πόλη θεωρούταν υπεύθυνη από το Ενετικό ή το πειρατικό πλοίο, και κανείς δεν ήθελε να αντιμετωπίσει την οργή τους. Έτσι η δραπέτευση ήταν πολύ δύσκολη, ακόμα και με χαλαρή επιτήρηση. Προσωρινά ελεύθεροι λοιπόν από τα καθήκοντά τους, όμως, είχαν δικαίωμα να περιπλανιώνται στο λιμάνι, και μερικοί έκαναν μέχρι και ένα υποτυπώδες εμποριο. Κανείς δεν ξέρει, ας πούμε, που έβρισκαν κρασί, το οποίο έκρυβαν κάτω από τους πάγκους τους και το πουλούσαν στους επιβάτες. Άλλοι είχαν μάθει να πλέκουν και πουλούσαν τα εργόχειρά τους για να κερδίσουν λίγα χρήματα ώστε να βελτιώσουν τις συνθήκες της ζωής τους.
Οταν όμως το πλοίο σάλπαρε από το λιμάνι, κάθε “κατεργάρης” έπρεπε να εγκαταλείψει τις ...επιχειρήσεις του, και να  γυρίσει στον “πάγκο του” όπου κάθονταν για να κωπηλατήσει. Δηλαδή, οι διακοπές, το ...εμπόριο, η ...βιοτεχνία,  και η “εύκολη ζωή”, τελείωναν....



Θα τα βγάλω όλα στη φόρα.
Η Κωνσταντινούπολη και οι άλλες πόλεις του Βυζαντίου ήταν χτισμένες με το Ρωμαϊκό σύστημα, που άλλωστε δεν διέφερε και πολύ από το ελληνικό. Κεντρικό μέρος της πόλης ήταν η Αγορά, το Forum στα Λατινικά. Εκεί γίνονταν το εμπόριο και οι συναντήσεις, οι πομπές και οι εκδηλώσεις. καθώς και οι συζητήσεις. Τα Μεσαιωνικά Ελληνικά είχαν υιοθετήσει πολλές Λατινικές λέξεις λόγω Ρωμαϊκής Κατοχής, τις οποίες σήμερα η γλώσσα έχει αποβάλει ή αλλάξει. Μια από αυτές ήταν ο “Φόρος” όπως αναφέρουν οι Βυζαντινοί συγγραφείς την Αγορά, δηλαδή το Forum. Η αρχική έκφραση ήταν λοιπόν “θα τα βγάλω όλα στον Φόρο” δηλαδή θα τα πω όλα δημόσια, θα σε ρεζιλέψω κατ΄επέκτασιν.

Μη μου μπαίνεις, του μπήκα, μου μπήκε κλπ.
Προέρχεται από τους αθλητικούς αγώνες πάλης αλλά και από τις κονταρομαχίες. Αυτά τα αγωνίσματα διεξάγονταν σε αυστηρά καθορισμένο χώρο -όπως και σήμερα η Πάλη ή η Πυγμαχία κλπ) και όποιος τον εγκατέλειπε έχανε τον αγώνα. Αντίθετα, η είσοδος ενός αγωνιστή σε αυτόν τον χώρο (Η έμβασις, το μπάσιμο) ήταν ουσιαστικά μια πρόκληση στον αντίπαλο. Η έκφραση απαντάται και σε πολεμικές αφηγήσεις και σε δημοτικά τραγούδια (“Στο έμπα χίλιους έκοψε”) και σημαίνει επιτίθεμαι ορμητικά.

Κάτι τσιμπήσαμε σήμερα Πιάσε ένα …(πχ κρασί)
Προέρχεται από την εποχή που έτρωγαν με τα χέρια και τότε οι εκφράσεις ήταν κυριολεκτικές. Το φαγητό το τσίμπαγαν ή/και το έπιαναν. Και στα αρχαία συμπόσια οι συνδαιτημόνες έτρωγαν με τα χέρια. Απαραίτητη λοιπόν ήταν και η παρουσία ενός σκλάβου με ένα σκεύος με νερό και πετσέτες για να απαλλάσσονται τα χέρια από τα λίπη και τις σάλτσες.
Τράβα με κι ας κλαίω.
Υπήρχε σε πολλά μέρη το γαμήλιο έθιμο ο γαμπρός να απαγάγει δήθεν την νύφη, ενώ ο γάμος ήταν συμφωνημένος. Το έθιμο, και η πραγματική αρπαγή γυναικών κατάγονται από πολύ παλιά και αναφέρονται σε Μύθους και τα Ομηρικά Έπη. Στην Ελληνική μυθολογία οι αρπαγές γυναικών ήταν κοινός τόπος. Ιω, Ελένη, Μήδεια. Μάλιστα ο Ηρόδοτος αποδίδει σε αυτές τις αρπαγές την έχθρα Ελλάδας Ασίας.
Δεν έχει τσίπα, είναι ξετσίπωτη, την κουκουλώθηκε.
Στην Ελλάδα ανέκαθεν οι γυναίκες έβγαιναν δημόσια με καλυμμένα μαλλιά και συχνά και με σκεπασμένο πρόσωπο. Ο Πλούταρχος λέει πως οι γυναίκες της Θήβας εμφάνιζαν μόνο τα ...μάτια τους, και ξέρουμε πως με τον ίδιο τρόπο ντύνονταν και οι γυναίκες των Μεγάρων, εις μνήμην μιας Θηβαίας βασίλισσας που είχαν παλιά. Το να εμφανίζεται μια γυναίκα με το κεφάλι ακάλυπτο σήμαινε πως είναι χαμηλής ηθικής. Το ύφασμα που καλύπτονταν ήταν αρκετά λεπτό, και ονομάζοταν, “τσίπα” και όποια δεν την φορούσε, ήταν “ξετσίπωτη”, δηλαδή ανήθικη. Επειδή η νύφη πήγαινε καλυμμένη στην εκκλησία, δηλαδή κουκουλωμένη, (Ακόμα και σήμερα φοράνε βέλο οι νύφες) βγήκε η έκφραση “Την κουκουλώθηκε”.

Φίλησε κατουρημένες ποδιές Τα μακριά φορέματα των Βυζαντινών αρχόντων είχαν στο κάτω μέρος τους μια διακοσμημένη ζώνη που ονομάζονταν ποδέα, κοινώς ποδιά, επειδή ακουμπούσε στα πόδια. Ήταν έθιμο, όταν ένας άνθρωπος του λαού συναντούσε έναν άρχοντα, και ειδικά όταν του ζητούσε κάτι, να του φίλαγε την ποδέα, την άκρη του ρούχου του. Και αφού ο άρχοντας ουρούσε όρθιος, όπως κάθε άλλος, είναι φυσικό, αυτή η άκρη να ήταν λίγο - πολύ μουσκεμένη με ούρα. Έτσι η έκφραση σήμαινε πως κάποιος ταπεινώθηκε για να καταφέρει κάτι, ή για να κερδίσει την εύνοια κάποιου, αν και η λέξη ποδιά σήμερα άλλαξε έννοια.