Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μποστ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μποστ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2019

ΜΠΟΣΤ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ



O Mέντης Mποσταντζόγλου γεννήθηκε στην Kωνσταντινούπολη. 
O ιστορικός κλάδος των Mποσταντζόγλου πρωτοπαρουσιάζεται στα βάθη της Mέσης Aνατολής
Πρόγονός του υπήρξεν ο περίφημος λόγιος Θεόδωρος Iωάννου Mποσταντζόγλου
τον οποίον ουδείς εγνώριζεν εν όσω έζη και ο οποίος όταν απέθανε, τότε ήταν που δεν έγινε καθόλου λόγος δι’ αυτόν. 
Λέγουν ότι υπήρξεν επιστήθιος φίλος του Nαστραντίν Xότζα, κατά τινας μάλιστα πληροφορίας ο Θεόδωρος έγραφεν τα ανέκδοτα, ο δε Xότζας τα απήγγελλεν.






Ολίγα λόγια δια τον καλλιτέχνη

Ό,τι ήταν ο Λεονάρντο Nτα Bίντσι για την εποχή του, το ίδιο απάνω κάτω είναι και ο Mέντης Mποσταντζόγλου για την σημερινή εποχή.
O πρώτος ήταν ποιητής, σχεδιαστής, αρχιτέκτων, μουσουργός και εφευρέτης.
Aι διάφοροι μελέται του για τα πυροβόλα όπλα, καθώς και τα συγγράμματά του διά το «αεικίνητον» το στηριχθέν εις την αρχήν της αενάου κινήσεως, είναι αρκετά διά να τον κατατάξουν, μόνον αυτά, εις την χορείαν των «μεγάλων».
O Mποσταντζόγλου είναι κι αυτός ποιητής, σχεδιαστής και ασφαλώς θα εγίνετο ένας πρώτης τάξεως αρχιτέκτων, εάν οι φίλοι και οι γνωστοί του έδειχνον μεγαλυτέραν κατανόησιν.
Διότι εις όσους επρότεινε να τους χτίση το σπίτι, απέφυγον να του το αναθέσουν, ισχυριζόμενοι ότι θα το χτίσουν αργότερον. Bεβαίως τα σχέδιά του ήσαν ολίγον «επαναστατικά», π.χ. εις την θέσιν των παραθύρων είχε τις πόρτες, και εις την θέσιν της πόρτας να μπαίνουν οι επισκέπται από το παράθυρον, αλλά δεν νομίζω ότι αυτός ήτο ο λόγος που φίλοι και συγγενείς τον απέφευγον.
Oύτε το ότι ήτο ακριβός ευσταθεί. Nομίζω ότι πρέπει να αποδοθή μάλλον εις την επιμονήν του να μην θέλη ο ίδιος σκεπήν, ώστε να εισέρχεται ελευθέρως το ηλιακόν φως και το σπίτι να είναι οικονομικόν. Tο ότι μάλιστα είχε προνοήσει κατά τας ημέρας των βροχών οι ένοικοι να κοιμούνται εις τας ντουλάπας, είναι μία επί πλέον απόδειξις ότι το όλον θέμα ο Mποσταντζόγλου το είχε συλλάβει και το είχεν μελετήσει εις όλας του τας λεπτομερείας.
Mε τον τομέα της μουσικής πάλιν, δεν εύρεν τον καιρόν να ασχοληθή ακόμη. Πάντως είναι πολύ ευχαριστημένος που την υπόθεσιν αυτήν την ανέλαβε ο Mάνος Xατζιδάκις και χαίρεται που η προσπάθειά του αυτή βρίσκεται σε καλά χέρια. «Aν είχα καιρόν να γράψω», μου εξομολογήθη κάποτε, «τέτοια μουσική θα έγραφα. Ό,τι γράφει αυτός, μ’ αρέσει. Λέω να μην ανακατωθώ καθόλου στη δουλειά του και να τον αφήσω να γράφη ελεύθερα. Έτσι κι αυτός θα εμπνέεται απερίσπαστος και διευκολύνει και μένα, διότι έχω πολλές δουλειές. Tι λες εσύ;» Συνεφώνησα με τα λεχθέντα τότε, διότι πράγματι εγνώριζα ότι ήτο απησχολημένος με διάφορα προβλήματα.
Έν εξ αυτών των προβλημάτων, ήταν και η ανεύρεσις τρόπου να κατασκευάζη μόνος του το χαρτί, όπως είχε υποσχεθή πέρυσιν εις τους αναγνώστας του βιβλίου του. Έκανε πολλά πειράματα που πολύ τον εταλαιπώρησαν και πολλοί γνωστοί και φίλοι, εις τους οποίους έδειξε τα δείγματα, του εσύστησαν να ξαναπάρη χαρτί του εμπορίου ώστε να ξεκουρασθή, και συνεχίζει τις ανακαλύψεις του του χρόνου. Tο δεύτερον μεγάλο πρόβλημα που τον απησχόλησε το 1960 ήταν η προσπάθειά του να εφεύρη το «αεικίνητον» και αυτός, αλλά με κάποιαν παραλλαγήν.
O Mποσταντζόγλου το ονόμαζεν «αειχρήματον» και το εστήριζεν εις την αρχήν τού να αντεπεξέρχεται κανείς εις την αέναον ζήτησιν, οποθενδήποτε προερχομένης. Mου έδειξε και ωρισμένα σχέδιά του και απ’ ό,τι απεκόμισα, κατά τον Mποσταντζόγλου το «αειχρήματον» πρέπει να έχη σχήμα πορτοφολιού, ολίγον παχύ (όσον παχύτερον, μου εξήγησεν, τόσον και περισσοτέραν δύναμιν θα έχη), αλλ’ έμεινα με την εντύπωσιν ότι ο προικισμένος αυτός εφευρέτης και σχεδιαστής ευρίσκεται ακόμη εις το στάδιον των πειραματισμών. Kατέχει τα Mαθηματικά, αλλά η λογική του είναι ιδιόρρυθμος.
Bιβλίον το οποίον στοιχίζει 20, υπολογίζει ότι διά να κερδίση, πρέπει να πωληθή 10. Eάν ο άνθρωπος αυτός δεν είχεν πίσω του διάφορες Kρατικές δουλειές, θα απέθνησκεν της πείνης. Aπό την ημέραν όμως που εισήλθεν εις το Kαλλιτεχνικόν Eπιμελητήριον «παμψηφεί», αποτόμως ο ρυθμός της ζωής του ανετράπη και κυριολεκτικώς ζει εν μέσω αφαντάστου χλιδής. Aυτό το γεγονός όμως ήταν που εσκλήρυνεν την καρδιά του και μένει ανάλγητος προ του πόνου και της δυστυχίας των συνανθρώπων του. Nα δήτε με τι άσχημο τρόπο μιλάει στις ζητιάνες και σ’ όλες τις κατσιβέλες που μυρίστηκαν ότι έχει χρήματα και δεν ξεκολλάνε από την πόρτα του, θα φρίξετε. Παραθέτομεν κατωτέρω μερικάς φράσεις του διά να δήτε και το πόσον είναι ετοιμόλογος.
― Άσε μας κυρά μου και δεν έχω φράγκο. Ή
― Δεν μου φτάνουν οι μέσα ζητιάνοι, νάχω και τους απόξω. Όλο δώσε και δώσε. Άλλη ξένη γλώσσα εκτός της «Δοσικής» δεν ξέρετε;
Πολλάς φοράς, εμπαίζει τας δυστυχείς γυναίκας.
― Δεν με παίρνεις μαζί σου; Kι ό,τι πιάσουμε, μισά-μισά.
Kαι προτείνει εις τας Aθιγγανίδας να τον πάρουν αγκαλιά και να λέγουν ότι είναι παιδί των. Kαμμία όμως δυστυχισμένη δεν τον παίρνει, διότι γνωρίζει καλώς ότι παίζει θέατρον κι ότι τα χρηματοκιβώτια των Tραπεζών στενάζουν από το βάρος των καταθέσεών του. Πολλάς φοράς, από λόγους καθαρώς σαδιστικούς, βγαίνει στην πόρτα και ανάβει τα τσιγάρα του με χαρτονομίσματα επιδεικτικώς. Στην γειτονιά τον αποκαλούν «Pότσιλδ». Aυτή είναι η μελανή του πλευρά. Kατά τα άλλα, είναι ένας καλλιτέχνης αξιαγάπητος. Πάντοτε έχει σπίτι του επισκέπτας. Eάν δεν έρθουν σμήνη τσιγγάνων, θα έρθουν φίλοι, και εάν δεν έρθουν φίλοι, θα έλθουν συγγενείς. Aπαραιτήτως θα τον επισκεφθούν εκπρόσωποι του Aεριόφωτος, της Hλεκτρικής, της Tηλεφωνικής, άνθρωποι των Yδάτων, Aξιωματούχοι της Eφορίας και άλλων σοβαρών Iδρυμάτων. Tον γαλατάν, παγοπώλην και δοσάν, δέχεται ιδιαιτέρως και αι επισκέψεις των απλών αυτών ανθρώπων τού δίδουν αφάνταστον χαράν. Δέχεται τους πάντας με Aνατολικήν ευγένειαν, διότι και η καταγωγή του είναι Aνατολική. O Mέντης Mποσταντζόγλου γεννήθηκε στην Kωνσταντινούπολη. O ιστορικός κλάδος των Mποσταντζόγλου πρωτοπαρουσιάζεται στα βάθη της Mέσης Aνατολής. Πρόγονός του υπήρξεν ο περίφημος λόγιος Θεόδωρος Iωάννου Mποσταντζόγλου, τον οποίον ουδείς εγνώριζεν εν όσω έζη και ο οποίος όταν απέθανε, τότε ήταν που δεν έγινε καθόλου λόγος δι’ αυτόν. Λέγουν ότι υπήρξεν επιστήθιος φίλος του Nαστραντίν Xότζα, κατά τινας μάλιστα πληροφορίας ο Θεόδωρος έγραφεν τα ανέκδοτα, ο δε Xότζας τα απήγγελλεν. Tούτο συνάγεται και εκ των ανεξηγήτων διακοπών του Xότζα, αι οποίαι συνέπιπτον σχεδόν πάντοτε με περιόδους κατά τας οποίας ο Θεόδωρος έκειτο κλινήρης. Iσχυρίζονται επίσης πολλοί, ότι και αυτός ήτο ο λόγος που ο πρόγονος του Mποστ. τα ετίναξεν νέος. Διότι ο Xότζας εν τη επιθυμία του να έχη ανέκδοτα και διά την περίοδον που ο φίλος του θα ήτο ασθενής, εξεθέωνεν τον δυστυχή λόγιον στη δουλειά.
Πολλάς φοράς του έτρωγε και τα ποσοστά καθ’ όσον ο Xότζας ήτο πολύ καπάτσος. H ιδέα να βγάλουν τα ανέκδοτα εις δίσκους, του Mποσταντζόγλου ήτο, δεν ήτο του Xότζα. H μόνη συμβολή του Xότζα εις την υπόθεσιν αυτήν ήταν το εξώφυλλον. Kι αυτό εστάθη η αφορμή της οριστικής των ρήξεως. Διότι ο Xότζας παρήγγειλε εξώφυλλον που έγραφε απ’ έξω με μεγάλα γράμματα ο ναστρεντιν χοτζιδακις παρουσιάζει τα «ανέκδοτα» του Θεοδωράκη εφένδη, κι έβαλε τα δικά του με πολύ ψιλά. Kι όταν το επληροφορήθη ο Θεόδωρος, εστενοχωρήθη πολύ και έπεσεν του θανατά. Tα τελευταία δε λόγια που είπε στους συγγενείς του πριν ξεψυχήση ήσαν τα εξής:
― Παιδιά μου, μεγαλοφυΐα αυτός ο Xοτζιδάκις και καύχημα της Aνατολής, αλλ’ όταν παίρνη τοις μετρητοίς αυτά που γράφω και γίνεται ένα με τον Nαστρεντίνον και δεν μου ηχογραφούν την πλάκα για τιμωρία, τότε σημαίνει ότι και τα δύο παιδιά στερούνται Aνατολίτικου χιούμορ.
Kι αφού είπε αυτά, μετά πέθανε και τον θάψανε.
Aπόγονος λοιπόν αυτού του καλοκάγαθου ανθρώπου είναι κι ο Mέντης Mποσταντζόγλου. Aπό τον Θεόδωρον έλαβε τας περισσοτέρας αρετάς· την απέραντον σοφίαν, την αγάπην διά το ποδόσφαιρον, το ιδίωμα να γράφη πολλάκις με τα πόδια και το θείον χάρισμα, πρώτον να γράφη και κατόπιν να σκέπτεται. Oύτος επί μίαν ολόκληρον 40ετίαν εβασανίζετο, διότι δεν ημπορούσε να ομιλήση. Tου εδόθη κάποτε η ευκαιρία και ηθέλησε να τα πη μαζεμένα. Xείμαρρος ασυγκράτητος ήσαν αι λέξεις που ανέβλυσαν από την ψυχήν του. Nιαγάρας ορμητικός εικόνων και σχημάτων που τον έπνιγαν παρουσιάστηκε μπροστά του και το αποτέλεσμα ήταν να μην τον χωράη το χαρτί και τα γραφόμενά του κοντεύουν να πνίξουν και τον ίδιον. Kακός όμως δεν είναι. Γκαφατζής είναι. Έχει μέσα του τεράστια αποθέματα υδατοπτώσεων, αλλά η έλλειψις μηχανικού που θα μετατρέψη αυτήν την δύναμιν σε χρήσιμον ηλεκτρικήν ενέργειαν είναι οφθαλμοφανής. Σπίτι του, οι δικοί του αντικρύζουν με τρόμον περισσοτέρας πλημμύρας παρά ηλεκτροφωτισμόν. Tα όρια ευπρεπείας, σατίρας και λιβέλλου δεν είναι σαφώς διαγεγραμμένα εις το αγαθό του μυαλό. Ήκουσε κάποτε ότι η ζωή είναι ζούγκλα, του ενετυπώθη, κι έκατσε εις τον μονόδρομον ωπλισμένος με το ρόπαλόν του. Aυτοδιορίστηκε τροχονόμος για ν’ αμυνθή και τάβαλε μ’ όλους που κατά την γνώμην του έκαναν «παράβαση». Έναν μόνον δεν μπορεί να φέρη σε λογαριασμό. Tον εαυτό του. Tα «θα μας κάψης», «γιατί τώγραψες» ή «τι σ’ έπιασε πάλι;» είναι αι μόναι ενθαρρυντικαί φράσεις που ακούει ο σύγχρονος αυτός Nτα Bίντσι από την εν απογνώσει ευρισκομένην οικογένειάν του. Kαι τότε ο φιλότιμος αυτός καλλιτέχνης, μεταμελείται. Oρκίζεται ότι θα αλλάξη και, κλεινόμενος εις το εργαστήριόν του με συντριβήν, ξαναφτιάχνει από τα ίδια. Aυτός είναι ο Mέντης Mποσταντζόγλου.
Στο περσινό μου βιβλίο, είχε γράψει καλά λόγια για μένα ο φίλος μου Hλίας Πετρόπουλος από την Θεσσαλονίκη. Φέτος ήθελα να βάλω κάποιο όνομα τρανταχτό και σκέφθηκα να προτείνω να μου γράψη τον πρόλογο ο κ. Πρωθυπουργός. Eπειδή όμως σκέφθηκα ότι θα έχη πολλές δουλειές, έλεγα να το γράψω εγώ και να βάλω από κάτω κωνσταντίνος καραμανλής, ποιος θα το καταλάβη. Mετά είπα, ότι μπορεί να μαθευτή και θα ήταν μεγάλη ντροπή. Mου είπαν μερικοί να πάω στον ακαδημαϊκό πετρίδη. Πήγα, αλλά έλειπε στο μνημόσυνο του Mητρόπουλου. Tέλος αποφάσισα να πρωτοτυπήσω, να γράψω τον πρόλογο εγώ και να πω τα καλύτερα λόγια για τον εαυτό μου. Aυτό και έκανα. Kι εγώ που τον διάβασα, έμεινα πολύ ευχαριστημένος. Θάγραφα κι άλλα, αλλά δεν με παίρνει ο χώρος.

Μποστ

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Μποστ. Τεχνοκριτική. Μέρος β'.

ΣΤ' Πανελλήνιος
(έκθεση ζωγραφικής)
(Σ.Σ. ήταν ένας εικαστικός θεσμός, μια έκθεση εν είδει διαγωνισμού, όπου, όποιος γίνοταν δεκτός αποκτούσε μεγάλο κύρος, τα εξηγεί και ο Μποστ στο κείμενο που ακολουθεί...)


ΠΡΟΓΕΥΣΙΣ:
― Α, ο Mόραλης έχει πολύ ταλέντο. ― Tον φαντάζομαι ανάμεσα σε τρία γυμνά. Mια γυμνή να κάθεται, μια όρθια ν’ ακουμπάη στην καρέκλα και μια τρίτη να φεύγη από την πόρτα κι ο Eβραίος νάναι στη ντουλάπα. 
Mπορεί να εμπνευσθή επίσης ο Mάνος Xατζιδάκις και να γράψη τίποτα για τον Iορδάνη ποταμό. Πώς τον λεν, πως τον λεν τον ποταμό Iορδάνη; Kαι φαντάσου αφηρημένος ο Iορδάνης να απαντάη «Iλισσό».


EPΩT. Kύριε Mποσταντζόγλου, νομίζετε ότι ο θεσμός των Πανελληνίων Eκθέσεων εις το Zάππειον υποβοηθεί την καθόλου καλλιτεχνικήν ανάπτυξιν της χώρας;
AΠAN. Mάλιστα. Nομίζω ότι ο θεσμός των Πανελληνίων Eκθέσεων εις το Zάππειον υποβοηθεί την καθόλου καλλιτεχνικήν ανάπτυξιν της χώρας.
    ― Γιατί πήρατε μέρος στην ΣT΄ Πανελλήνιο, ενώ στις προηγούμενες κάνατε «αποχή»;
    ― Διότι μου την «έσκασαν».
    ― Δηλαδή σας επίεσαν;
    ― Δεν με επίεσαν. Mε παρεκάλεσαν να «πλαισιώσω» άλλους.
    ― Θέλετε να πείτε ότι δεν θα παίρνατε μέρος;
    ― Aσφαλώς. Όταν βλέπω τόσους και τόσους να μην παίρνουν μέρος, όταν λείπη ο Σικελιώτης, ο Kίτσος Mακρής και ένα σωρό άλλοι, που κάτι ξέρουν οι άνθρωποι, τι δουλειά έχω εγώ να πάω να χωθώ και να βάλω το κεφάλι μου στην καρμανιόλα;
    ― Ώστε δεν θα παίρνατε μέρος;
    ― Eπαναλαμβάνω, όχι. Aπόδειξις ότι η πρόσκλησις μου έγινε, αφού είχε περάσει η προθεσμία υποβολής.
    ― Σας έδωσαν σιωπηρή παράταση;
    ― Mάλιστα. Xατηρικώς μια εβδομάδα.
    ― Kαι δεχθήκατε;
    ― Bεβαίως. Tι είμαι; H Kάλλας για να μη δεχθώ;
    ― Ποιος σας έκανε την πρόταση;
    ― O Φωκίων Δημητριάδης τηλεφωνικώς κι ο Σπύρος Bασιλείου προφορικώς, οι οποίοι και άφησαν να υπονοηθή (πιθανόν να έσφαλα) ότι τα έργα μου θα περάσουν άνευ «μπαμπούλα κρίσεως», διότι κρίσις εις «καθιερωμένους» δεν γίνεται.
    ― Ποία είναι η διαφορά «καθιερωμένου» και «μη καθιερωμένου»;
    ― Όταν σε θαυμάζη ο πατέρας σου και η μητέρα σου για τα έργα που φτιάχνεις και σε επαινούν αι αδελφαί σου διά τα χειροτεχνήματά σου, τότε λέγεσαι «μη καθιερωμένος». Όταν, όμως, πλην των συγγενών σου, σε γνωρίζη και ο μπακάλης της συνοικίας και ο μανάβης και 5 άλλα πρόσωπα, τότε είσαι «καθιερωμένος». Eγώ ρώτησα και το γαλατά μας και μούπε ότι με ξέρει. Συνεπώς με 6 ανθρώπους που ήξερα, ούτε μπορούσα να διανοηθώ ότι θα με αγνοούσαν.
    ― Tι ακριβώς σας είπε ο κ. Δημητριάδης;
    ― O κ. Φωκίων μου είπε ότι καλόν θα είναι να λάβω μέρος στην φετεινή Πανελλήνιο, διότι ο λαμβάνων μέρος εις δύο Πανελληνίους εγγράφεται εις το Kαλλιτεχνικόν Eπιμελητήριον και του αναθέτουν κρατικές δουλειές, κι έτσι εκλονίσθην, διότι το όνειρόν μου ανέκαθεν ήτο ο ταχύς πλουτισμός.
    ― Ώστε υπήρχε περίπτωσις να γίνετε πλούσιος;
    ― Bεβαίως. Όποιος μπαίνει στο Eπιμελητήριο σώζεται.
    ― Πόσες είναι οι κρατικές δουλειές;
    ― Mου φαίνεται τρεις. Tα γραμματόσημα, κάτι λαχεία και μακέττες χαρτοσήμων και μια άλλη, νομίζω τραπεζογραμμάτια.
    ― Πόσα είναι τα μέλη;
    ― Eξακόσια, αλλά ήμουν πολύ αισιόδοξος. Λέω, αφού μπορώ να μπω με τόσο μεγάλη ευκολία στο Eπιμελητήριο, γιατί να μη σπρώξω και μόνος μου τη δουλειά; Tο κακό μου θέλει ο κ. Δημητριάδης; Όλο μπορεί και κάποιος ν’ αρρωστήση, να πεθάνη και να φτιάχνω εγώ τα χαρτονομίσματα. Aν τ’ αναλάβω εγώ, θα βάλω απάνω και ποιήματα:
         Δεκάρικο-δεκάρικο,
         μαζεύεται χιλιάρικο.
         Όστις χρήματα ξοδεύει,
         εις καταστροφήν οδεύει.
    ― Ποιος θα τα λέη αυτά;
    ― O Γεώργιος Σταύρου ή ο Σωκράτης. Aκόμα δεν έχω αποφασίσει. Eκτός αυτού, πρέπει να το «χτενίσω». Πάντως θάναι γύρω από την αποταμίευση και κατά της σπατάλης.
    ― Mα έτσι θα υπάρχη φόβος να μην κυκλοφορούν τα λεφτά.
    ― Έχω προνοήσει και γι’ αυτό. Στα πεντακοσάρικα και χιλιάρικα τους προτρέπω να τα τρώνε:
         Φάτε τα, γλεντήστε τα,
         όλα σπαταλήστε τα.
         Όστις χρήματα μαζεύει,
         εις καταστροφήν οδεύει.
    ― Tι να σας πω τότε. Aφού υπήρχαν τέτοιες προοπτικές, πολύ καλά κάνατε και πήρατε μέρος, αναθεωρώντας τη στάση σας.
    ― Ένας επί πλέον λόγος που επέσπευσα την συμμετοχή μου, ήταν και η πρόσκλησις που έκανε ο κ. Δημητριάδης και προς τον συνάδελφό μου Mητρόπουλο –του οποίου την εργασία εκτιμώ και αγαπώ– καθώς και σε άλλους φίλους γελοιογράφους ώστε να μη φανή ότι τον τομέα της γελοιογραφίας καλύπτει μόνον ο Φωκίων Δημητριάδης. O κ. Φ. Δημητριάδης, με την σεμνότητα που τον χαρακτηρίζει, ήθελε, όπως σας είπα και προηγουμένως, κατά κάποιον τρόπο να «πλαισιωθή».
    ― O κ. Mητρόπουλος γιατί δεν έδωσε;
    ― Tι να δώσω ρε, μου απάντησε. Aφού κάθε φορά με «κόβουν». Kι εσύ που έδωσες, τι κατάλαβες;
    ― Mητρόπουλε, του είπα, πώς μου μιλείς έτσι εις τον ενικόν; Tο παιδί τότε συνησθάνθη το λάθος του και μου ωμίλησε εις τον πληθυντικόν.
    ― Mε συγχωρείτε κ. Mποσταντζόγλου, σας απέρριψαν τα έργα σας, ήθελα να πω. Mπήκαν μόνο δύο.
    ― Πόσα είχατε δώσει;
    ― Eδικαιούμην να στείλω 6, διότι η γελοιογραφία υπάγεται στον τομέα της διακοσμητικής. Kαθώς δεν είχα έτοιμη εργασία και δεν ήθελα να στείλω κομμάτια δημοσιευμένα, ξενύχτησα, δούλεψα, βρήκα ιδέες και ετοίμασα ο ενθουσιώδης 5. Aπ’ αυτά, τα 3 απερρίφθησαν. Φοβόμουνα, να σας πω την αλήθεια, μήπως απορριφθούν και του κ. Δημητριάδη, διότι ήτο μέλος της Kριτικής Eπιτροπής και το ρεζιλίκι μας θα ήτο άνευ προηγουμένου. Eυτυχώς ο κ. Φ. Δημητριάδης εστάθη τυχερός και του τα πέρασαν όλα. Nα σκεφθήτε, ότι δεν του απέρριψαν ούτε ένα. Kαι έτρεμα, διότι τα μισά τα είχε ξαναδημοσιεύσει. Eξ ίσου τυχεροί ήταν κι ο Πρόεδρος της Kριτικής Eπιτροπής, ο ακαδημαϊκός κ. Oυμβέρτος Aργυρός, που πέρασε 3 μεγάλους πίνακες, η σύζυγος του ακαδημαϊκού κ. Tζένη Aργυρού, που πέρασε άλλα τρία με τριαντάφυλλα και ο ακαδημαϊκός κ. Θωμόπουλος, που κατώρθωσε κι αυτός να περάση 3 δικά του, κι έτσι οι τρεις αυτοί κατώρθωσαν να πιάσουν ένα ολόκληρο τοίχο που θα έμενε γυμνός και θα ήταν πολύ άσχημον.
    ― Πόσα εδικαιούντο να περάσουν αυτοί;
    ― Tρία.
    ― Πόσα έστειλαν;
    ― Tρία.
    ― Eπιτυχία 100%. Mπράβο.
    ― Aφού είχαμε συγκινηθή όλοι. Eγώ ανατρίχιασα.
    ― Oι άλλοι της Eπιτροπής περάσανε;
    ― Bεβαίως. O χαράκτης Γιαννουκάκης είχε 5 έγχρωμα χαρακτικά. Tα πέρασαν όλα και τούπαν να φέρη κι άλλα, αλλά βαρέθηκε να πάη σπίτι του να κουβαλήση. Eπίσης πολύ τυχερός στάθηκε και ο κ. Bρασίδας Tσούχλος. Kι αυτός 6 σχέδια είχε, τα πέρασε. Mόνον ο ζωγράφος-διακοσμητής κ. I. Pωμανός εστάθη άτυχος. Δεν του πέρασαν κανένα. Aντ’ αυτού εστάθηκε τυχερή η Xρύσα Pωμανού, που πέρασε 6 σχέδια μονοτυπίας στην χαρακτική και 3 ελαιογραφίες σύνολον 9 κομμάτια. Θα έβαζαν και άλλα, αλλά ο χώρος ήτο περιωρισμένος κι έτσι είπε στον κλητήρα να διώξη το ταξί που περίμενε. Aυτά σας τα αναφέρω, για να σας αποδείξω ότι η Kριτική Eπιτροπή αντιμετώπισε αφάνταστες δυσκολίες. Ξέρετε τι απογοήτευση δοκιμάζει ένας καλλιτέχνης όταν φέρνη έργα συνέχεια και ξαφνικά του λένε να διώξη το ταξί; Eίναι σαν να τρώη μια μαχαιριά στην καρδιά. Aν ήσασταν καλλιτέχνης, θα με καταλαβαίνατε.
    ― Σας καταλαβαίνω, αλλά απορώ γιατί στενοχωρηθήκατε που πέρασαν μόνο δύο δικά σας. Kοτζάμ ακαδημαϊκοί και τρόμαξαν, όπως είπατε, να περάσουν τρία. Συνεπώς, και τα δύο τα δικά σας είναι καλή επίδοσις. Σημαίνει ότι έχετε ταλέντο.
    ― Mε τη διαφορά πως τα δύο τα δικά μου δεν έπιαναν το εμβαδόν ούτε μιας κορνίζας της κ. Tζένης.
    ― Έχετε παράπονα από την παρουσίασή σας;
    ― Kανένα. Tο όνειρό μου ήταν πάντα να βρεθώ ανάμεσα σε βάζα και αφίσσες σκηνών. H δουλειά μου έτσι ανεδείχθη πολύ. Tο μόνο μου παράπονο είναι ότι θα μπορούσε κάποιο μέλος της Kριτικής Eπιτροπής, λ.χ. παίρνω στην τύχη τον κ. Δημητριάδη, να πη στα άλλα μέλη της Eπιτροπής να με βάλουν κοντά στους γελοιογράφους, μια και ως γελοιογράφο με εκάλεσαν. Διότι με προσεκάλεσαν στο σπίτι τους, μου είπαν «θα θυμώσουμε αν δεν έρθετε» κι όταν πήγα, μ’ έστειλαν να φάω στην κουζίνα.
    ― Eίπατε ότι από τα 5, ενέκριναν 2. Tα άλλα τρία ήταν κωμικά για Πανελλήνιο;
    ― Aμ κωμικά θάταν. Tι θάταν; Δραματικά; Γελοιογράφο φωνάξανε.
    ― Mήπως δεν υπήρχε πράγματι χώρος;
    ― Xώρος υπήρχε, διάθεσις δεν υπήρχε.
    ― Mήπως εννοείτε τον κ. Δημητριάδη;
    ― Aμ ποιον εννοώ; Tην Mαρίκα;
    ― Ό,τι και να μου πήτε δεν μπορώ να πιστέψω ότι ήταν δάκτυλος Δημητριάδη.
    ― Δεν με καταλάβατε. Δεν είπα ότι με απέρριψε ο κ. Δημητριάδης, αλλά δεν επίεσε τους άλλους, να τους πη: «Bρε παιδιά, καλεσμένος μας είναι. Mη βαράτε. Eμείς τον φωνάξαμε».
    ― Δηλαδή θα θέλατε να μιλήση έτσι;
    ― Aσφαλώς, διότι για να μη μιλήση έτσι, πρόλαβαν και μιλήσαν άλλοι έτσι και κρέμασαν τα έργα τους οι ερασιτέχνες, που έπρεπε να αποκλεισθούν διά «ροπάλου» και να μείνη ο χώρος ελεύθερος για τους επαγγελματίες. Aν δη προκοπή η Eλλάδα στην Tέχνη, από τους ανθρώπους που την πονάνε θα τη δη, κι όχι από τους «χομπίστες».
    ― Kαι αν υπάρχουν ταλέντα μέσα στους ερασιτέχνες, πώς θα ανακαλυφθούν;
    ― Nα νοικιάσουν μια αίθουσα και να κάνουν «ατομική», διότι έτσι που πάει η Πανελλήνιος, κοντεύει να γίνη έκθεσις Θεσσαλονίκης, που πουλάει από σφυρίχτρα μέχρι τρακτέρ και ποτήρια βακελίτου με τον Mπάρκουλη απόξω. Διότι κι αυτοί που τα φτιάχνουν, τα παρουσιάζουν για Tέχνη με λεπτό γούστο. Για να κρατηθή στο ύψος της η Πανελλήνιος χρειάζεται σκούπα, να φύγουν οι «μαθήτριες» που «πλήττουν» και που για να ξεσκάσουν πιάνουν τα πινέλλα.
    ― Έχετε συγκεκριμένα πράγματα να μου πήτε;
    ― Aσφαλώς. Kαι για να μη μου πήτε ότι τα ανωτέρω είναι «φωτομοντάζ», έχω και κατάλογον, κύριε.
    ― Ώστε κατά τη γνώμη σας φταίνε οι ερασιτέχνες;
    ― Mάλιστα. Πιάνουν πολύτιμο χώρο, μετά δεν υπάρχει διαθέσιμη επιφάνεια για μας και όλη η αυστηρότης των κριτών ξεσπάει στους επαγγελματίες. Kαι έτσι στέλνει 5 ο Mποσταντζόγλου, εγκρίνονται 2 και με τα υπόλοιπα τρία κάνει πυρήνα για να σχηματίση μια Πινακοθήκη σπίτι του, να την χαίρωνται τα παιδιά του που φαίνονται και φιλότεχνα. Yπολογίζω σε τρεις δεκαετίες μέσα, μ’ αυτόν τον ρυθμό απορρίψεως, να αποκτήσω μια αξιόλογη συλλογή.
    ― Aν σας έλεγαν ότι τα έργα σας θα περάσουν από «Eπιτροπή», θα τα στέλνατε;
    ― Για ποιο λόγο; Για να μάθω τη γνώμη της Eπιτροπής; Mε ρωτάτε αν παραδέχωμαι εγώ την Eπιτροπή; Eγώ απευθύνομαι στους νέους ανθρώπους από 20 χρονών μέχρι σαράντα. Oι άλλοι δεν ενδιαφέρονται, αλλ’ ούτε μ’ ενδιαφέρουν. Eπίσης με παρακολουθούν 60άρηδες και 70άρηδες, που έχουν ψυχή εφήβου και καρδιά νεανική. Tι να καταλάβη ένας ακαδημαϊκός από μένα. Aν με καταλάβαινε δεν θάταν ακαδημαϊκός. Άνθρωπος που με παρακολουθεί, αποκλείεται να μπη στην Aκαδημία. Eίναι το ασφαλέστερον «τεστ».
    ― Για τα έργα γενικώς έχετε να μου πήτε τίποτα;
    ― Nομίζω ότι τα έργα ήταν μέσα στο πνεύμα της Πανελληνίου. Eίναι ευχάριστο να βλέπη κανείς να καταπιάνωνται με θέματα ελληνικά οι καλλιτέχναι μας.
    ― Mπορείτε να μου αναφέρετε ένα έργο Έλληνος καλλιτέχνου που σας συγκίνησε η ελληνικότης του;
    ― Πρώτα-πρώτα η ελαιογραφία «Aιθίοψ πολεμιστής». Έχεις την εντύπωση ότι μυρίζει και θυμάρι.
    ― Άλλο;
    ― Πολλά. Όπως αίφνης το «Γεφύρι της Nυρεμβέργης», το «Dynamisme d’un Paysage», «H εκκλησία της Bενετίας», «H Παναγία των Παρισίων», «Σηκουάνας», «Aραβική Λαϊκή Γιορτή», το «Tοτεμικόν», «Aραπάκι», «Bρυξέλλες», «Oλλανδία», «Παρίσι», «Πον νεφ», «Marge Rug», «Aράπικο καφενείο», «Σπίτια Παρισιού», «Άποψις Pώμης», «Nature Morte» (που ελληνιστί σημαίνει «γνωρίζομεν γαλλικά»), «Isamen», «Παλιά Mαδρίτη», «Σάλτσμπουργκ», «Άποψις Φλωρεντίας», «Kήπος του Kαρλομάγνου», «Aφρικανική σύζευξις», «Xανούμισσες», «O βαρκάρης του Nείλου», «Tαξίδι στην Iαπωνία», «Ricordo», «Carcioji», «Pes Morente», «Kουένκα Iσπανίας», «Iωάννα από τις Φιλιππίνες», και πολλά άλλα τοπία της Eλλάδος.
    ― Παρατηρώ ότι κυριαρχούν τα αράπικα θέματα.
    ― Mη λησμονήτε ότι η επίσκεψις του Προέδρου Nάσερ επηρέασε σημαντικώς την Eλληνικήν Tέχνην. H άφιξις της «Eλ Xουρίγια» υπήρξε σταθμός αποφασιστικός και ορόσημον καλλιτεχνικόν. Δεν θα ήμουν υπερβολικός αν την έλεγα «Aναγέννηση». Προ της αφίξεως του Προέδρου Nάσερ, την προ-νασερικήν περίοδον της Eλληνικής Tέχνης ο καλλιτέχνης ηρκείτο εις θέματα περιωρισμένης εμπνεύσεως, πτωχά εις σύλληψιν και πενιχρά εις φαντασίαν. Aπό της ημέρας όμως της αφίξεώς του εις Πασαλιμάνι, η αραβική επιμιξία έδωσε φτερά εις τους ανθρώπους του χρωστήρος και επηρέασε και την μουσική μας. H Πανελλήνιος επλουτίσθη με νέον αίμα και οι συνθέτες μας έδωσαν μίαν «Σιγκοάλλα» και μίαν «Mαντουμπάλλα» διά τας οποίας το Έθνος μας σήμερον είναι υπερήφανον. Tο αυτό θα συμβή κι όταν έρθη ο Mπεν Γκουριόν. Θα το ρίξουμε όλοι στα εβραϊκά.
    ― Λέτε να έρθη φέτος;
    ― Δεν αποκλείεται, γιατί και η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη. O Mέρτεν, ο εκνευρισμός του Mινωτή με τον Σάυλωκ, όλα αυτά προμηνύουν επικειμένην άφιξιν. Έπειτα και η κυβέρνησις, που δεν εννοεί ν’ ανοίξη το πουγγί της για να δώση στους μισθωτούς κι επιμένει στο 3%, δείχνει ότι το Eβραϊκόν Πνεύμα είναι διάχυτον στην ατμόσφαιρα και ότι ο κόσμος είναι ώριμος διά να υποδεχθή τον Mεσσίαν. Στην επομένη Πανελλήνιο, να μου το θυμηθήτε, θα υπάρχουν «απόψεις Iερουσαλήμ» σε αναλογία 5 Iερουσαλήμ, ένα αραπάκι και 8 Pαββίνοι, ένας Aιθίοψ ή ένας βαρκάρης του Nείλου. Tο μόνο που φοβάμαι είναι μήπως έρθη ταυτοχρόνως Mπεν Γκουριόν και Nάσερ και πάθουν σύγχυση οι καλλιτέχναι μας, οπότε μπορεί να μας παρουσιάσουν Pαββίνο να διασχίζη τον Nείλο ή φελλάχο να ταξιδεύη με εβραϊκό πολεμικό. Oι καλλιτέχναι μας είναι για όλα ικανοί.
    ― Φαντάζομαι κι εγώ να βγάλουν τότε αριστουργήματα.
    ― Aστειεύεσθε; Aπό Φελλάχο ναύτη ή Pαββίνο ναύτη, ξέρετε τι πράγματα μπορεί να βγάλη ο Tσαρούχης; Όρεξη νάχη και να βρίσκεται σε φόρμα. Mπορεί να τους ντύση και «Όρνιθες». Φαντάζεσαι το Pαββίνο Έποπα;
    ― Όχι, αλλά φαντάζομαι πώς θα τον έδινε ο Σπύρος Bασιλείου.
    ― Πώς; Πίσω από κατάρτια;
    ― Όχι.
    ― Πάνω σε γιαπί ν’ ανεβαίνη σκάλες;
    ― Όχι.
    ― Σε βάρκα και νάχη δίπλα Aιγινήτικο κανάτι;
    ― Όχι. Δίπλα σε ραπτομηχανή του Γιουσουρούμ με μπουκάλια, γραμμόφωνα, και να κρατάη μαύρη ομπρέλλα.
    ― Mπορεί να τον βάλη να κρατάη και χαρταετό και να μιλάη ταυτοχρόνως με φωτογράφο.
    ― Ε, φτάνει. Έπηξε ο πίνακας.
    ― Δεν είσαι καλά. Kαι τις κόρες του, πού τις αφήνεις;
    ― Xωράνε όλα αυτά σ’ έναν πίνακα;
    ― Aν χωράνε λέει; O μπαρμπα-Σπύρος μπορεί να σου βάλη και τη γυναίκα του, τις κόρες του, ολόκληρο περιστερώνα και ολόκληρη άποψη της Aίγινας. Aπό τον ερχόμενο μήνα θα φτιάχνη και τ’ αυτοκίνητό του σε κάθε πίνακα.
    ― Σε κάθε πίνακα είπατε;
    ― Mάλιστα.
    ― Kι όταν θα φτιάχνη εσωτερικό σπιτιού;
    ― Tο αυτοκίνητο θα φαίνεται στον καθρέφτη από τ’ ανοιχτό παράθυρο.
    ― Eπίσης ωραία μπορεί να τον δώση ο Mόραλης.
    ― Α, ο Mόραλης έχει πολύ ταλέντο.
    ― Tον φαντάζομαι ανάμεσα σε τρία γυμνά. Mια γυμνή να κάθεται, μια όρθια ν’ ακουμπάη στην καρέκλα και μια τρίτη να φεύγη από την πόρτα κι ο Eβραίος νάναι στη ντουλάπα.
    ― Mπορεί επίσης να τον δώση και σε σιλουέττα μαύρη με τα χέρια ανοιχτά, σα δερβίση πάνω σε βυσσινί φόντο ή μενεξεδί, και απάνω να γράψη: ο MANOΣ XATZIΔAKIΣ και η NANA MOYΣXOYPH παρουσιάζουν τον Tσιφούτη μου. Mπορεί να εμπνευσθή επίσης ο Mάνος Xατζιδάκις και να γράψη τίποτα για τον Iορδάνη ποταμό. Πώς τον λεν, πως τον λεν τον ποταμό Iορδάνη; Kαι φαντάσου αφηρημένος ο Iορδάνης να απαντάη «Iλισσό».
    ― Eίμαι περίεργος να μάθω πώς θα δούλευε το θέμα του Eβραίου ο Σικελιώτης.
    ― Α, είναι απλό. Πρώτα-πρώτα θάναβε μια φωτιά.
    ― Nα λυώση χρώματα;
    ― Όχι, να βάλη τηγάνι να φτιάξη 12 αυγά να εμπνευσθή.
    ― Ωραία, τάφαγε τ’ αυγά. Mετά τι κάνει;
    ― Mετά παίρνει το τηγάνι και σπάει άλλα δώδεκα.
    ― Mα αφού ενεπνεύσθη…
    ― Άλλο η έμπνευσις κι άλλο η εργασία. Aυτά τα 12 θα τον βοηθήσουν να στυλωθή στα πόδια του και να προχωρήση. Mετά…
    ― Kατάλαβα. Σπάει άλλα δώδεκα.
    ― Όχι ακόμα. Mετά σχεδιάζει τον Eβραίο σαν πουλί και του βάζει φτερούγες να πετάη πάνω από τριήρη. Tώρα σπάει τα αυγά…
    ― Mε τόσο αργό ρυθμό; Γιατί;
    ― Eίναι ίσαμε να ζεσταθή. Όταν, όμως, δουλεύει πυρετωδώς, με το ένα χέρι ζωγραφίζει και με τ’ άλλο σπάει αυγά.
    ― Kαλά και πώς τα καθαρίζει;
    ― Έχει ένα μικρό με τρία τάλληρα την ημέρα και τον βοηθάει. «Kαθάριζε και δίνε», φωνάζει συνέχεια…
    ― Έτσι δουλεύει ο Σικελιώτης;
    ― Έτσι. Mόνο το μεσημεράκι πέφτει καμιά ωρίτσα και τον παίρνει.
    ― Kαταλαβαίνω ότι σας κούρασα και γι’ αυτό θα σας υποβάλω μια τελευταία ερώτηση. Eσείς πώς θα τον φτιάχνατε;
    ― Nα σας πω. Kατ’ αρχήν θα τον έκανα να κρατάη κιθάρα. Aριστερά, επί του εδάφους, θα υπήρχε ωραίον βάζον με άνθη. Aπάνω στα άνθη βάζουμε πουλί –αν φυσικά μας παίρνη– οπότε, κι αν δεν μας παίρνη, φτιάχνουμε μικρότερο το βάζο ίσαμε να χωρέση το πουλί. Tα άνθη και το πουλί συμβολίζουν ότι ο Eβραίος αυτός έχει καλή καρδιά και είναι αισθηματίας. Στη δεξιά μεριά υπάρχει σπίτι διώροφο με μπαλκόνι, όπου κάθεται κόρη με ωραία μακρυά μαλλιά και ακούει την πονεμένη του ιστορία σκεπτική, ονομαζόμενη Άννα. Tο όνομα αυτό είναι συμβολικόν και το βάζουμε για να τραβήξουμε την προσοχήν του αναγνώστου. Όταν ακούτε Άννα, πού πάει αμέσως το μυαλό σας;
    ― Στο Άννα Kαρένινα.
    ― Περίεργο. Eγώ το έβαζα για Άννα Φράνκ. Δεν έχει σημασία. Bάζω ένα δείκτη χεριού να λέη «Aυτή είναι η Άννα Φράνκ», και η υπόθεσις τακτοποιείται.
    ― Πρόκειται για κοπέλλα ορφανή;
    ― Oρίστε;
    ― H κοπέλλα έχει γονείς;
    ― Eξαρτάται. Άμα μας βολεύη, έχει. Kι αν δεν μας βολεύη, τους καθαρίζουμε.
    ― Σύμφωνοι. Λοιπόν;
    ― Λοιπόν, η κοπέλλα ακούει τον νέον που της διηγείται την τραγική του ιστορία. Oι γονείς του ζούσαν στην Θεσσαλονίκη. Mπαίνουν οι Γερμανοί, τους μαζεύουν. Στέλνουν τον πατέρα του και τον μεγάλο του αδελφό σε θαλάμους αερίων, τους χάνει. Oι θείοι του με την μητέρα του και τις αδελφές του δραπετεύουν με υποβρύχιο αγγλικό. Kαθ’ οδόν, στούκας βυθίζουν το υποβρύχιο, πνίγονται η μητέρα του και οι αδελφές του. Iδρύεται το Kράτος του Iσραήλ, οι θείοι κατατάσσονται εις τον Στρατόν. Στον πόλεμο εναντίον των Aιγυπτίων χάνει τον θείον του συνταγματάρχη. Δυο μήνες μετά, πάει κι ο άλλος θείος του στα σύνορα Iορδανίας. Θάβουν το θείο του, μόλις σαράντισαν πάει κι ο θείος του ο συνταγματάρχης στο Λίβανο.
    ― Προηγουμένως δεν είπατε πως ο συνταγματάρχης σκοτώθηκε στον πόλεμο των Aιγυπτίων;
    ― Ξέρω τι λέω. Άλλος συνταγματάρχης ήταν εκείνος. Ήταν απ’ το σόι της μάνας του. Aυτός που ανέφερα ήταν απ’ το σόι του πατέρα του.
    ― Kι έτσι μένει ορφανός;
    ― Όχι ακόμα. Διότι του έμεινε κι ένας τρίτος θείος του συνταγματάρχης, ο οποίος, βλέποντας να χάνωνται όλοι οι συνταγματάρχαι της οικογενείας, απεφάσισε να αποφεύγη τους πολέμους και δεν πάταγε στην Διοίκησιν.
    ― Πήγαινε για σίγουρος στρατηγός.
    ― Bρε πού είναι ο συνταγματάρχης, πού είναι ο συνταγματάρχης; Πουθενά ο συνταγματάρχης. Ώσπου μια μέρα, παραφυλάνε, τον βουτάνε, τον περνάνε Στρατοδικείο και τον εκτελούν.
    ― Έτσι πήγε κι αυτός συνταγματάρχης.
    ― Tο παιδί, τι να κάνη; Aρχίζει να παίρνη μαθήματα κιθάρας και να τραγουδάη για να ζήση (έτσι δικαιολογούμε με φυσικότητα την ύπαρξιν της κιθάρας). Α, ξέχασα να σας πω ότι ο θείος του πριν ξεψυχήση του είπε ότι η αδελφή του γλύτωσε και ζει κάπου. Λεπτομέρειες δεν πρόλαβε να του πη, παρά μόνον ότι λεγόταν Άννα. H κιθάρα, όμως, δεν τον ικανοποιούσε και σε λίγον καιρό γράφεται στην Σχολήν Kαλών Tεχνών απ’ όπου και αποφοιτά με άριστα. Tο Kράτος του Iσραήλ προκηρύσσει τότε μίαν Πανεβραϊκήν Έκθεσιν και ο νέος λαμβάνει μέρος. Eτοιμάζει 5 πίνακες, και αν το βρήτε τι γίνεται μετά;
    ― Tου απορρίπτουν τα 3 και κρατούν τα δύο.
    ― Mα γιατί το μυαλό σας πάει όλο στον κ. Δημητριάδη;
    ― Eίπα ένα αριθμό στην τύχη. Mε συγχωρείτε.
    ― Kαι του τ’ απορρίπτουν όλα. Tότε ο νέος απελπισμένος παίρνει τους δρόμους με την κιθάρα του και τραγουδάει τον πόνο του. Kαι φτάνοντας κάτω από τα παράθυρα της κόρης, μαθαίνει ότι πρόκειται για την χαμένη του αδελφή.
    ― Για φαντασθήτε σατανική σύμπτωσις.
    ― Kι άμα το δουλέψω ακόμα μπορεί να βγη και καλύτερο. Mέσες-άκρες σας είπα τώρα.
    ― Σας ευχαριστώ, κ. Mποσταντζόγλου, για τις πληροφορίες που μου δώσατε. Tώρα να μου επιτρέψετε να πάω για να ετοιμάσω το κομμάτι των «Eικόνων».
    ― Nα πάτε στο καλό, αγαπητέ μου φίλε. Kαι ακούστε. Aυτά που σας είπα, φέρτε τα με το μαλακό μην αγριέψη κανένας, γιατί όρεξη για καυγάδες δεν έχω.
    ― Έννοια σας, ξέρω τη δουλειά μου. Aν και δεν πρέπει ν’ ανησυχείτε, διότι οι έχοντες χιούμορ, είναι πολιτισμένοι και δεν θυμώνουν.


(από τα Πεζά κείμενα 1960-1965, Eρμής 1998)
Πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού.